Αρχειοθήκη ιστολογίου

6/2/26

Η μακροχρόνια εξουσία και η κρίση της εκπροσώπησης


Η υπόθεση του προέδρου της ΓΣΕΕ, ο οποίος ερευνάται για πιθανό παράνομο πλουτισμό μέσω κονδυλίων που προορίζονταν για προγράμματα της Συνομοσπονδίας, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ζήτημα που υπερβαίνει τη συγκεκριμένη περίπτωση. Ο κ. Παναγόπουλος ηγείται της ΓΣΕΕ επί σειρά δεκαετιών. Το κατά πόσο οι καταγγελίες αποτελούν προϊόν συκοφαντίας, πολιτικής μεθόδευσης ή πραγματικό αδίκημα, είναι ζήτημα που αφορά αποκλειστικά τη Δικαιοσύνη.


Ωστόσο, ανεξάρτητα από την ποινική έκβαση, η υπόθεση αναδεικνύει ένα βαθύτερο και διαχρονικό πρόβλημα, τη δυσλειτουργία των συνδικαλιστικών θεσμών στην Ελλάδα. Η μακροχρόνια παραμονή των ίδιων προσώπων σε ηγετικές θέσεις, χωρίς ουσιαστική ανανέωση, δημιουργεί συνθήκες θεσμικής αδράνειας, περιορισμένης λογοδοσίας και σταδιακής απομάκρυνσης από τη βάση των εργαζομένων.


Η στελεχιακή αγκύλωση, ακόμη και όταν δεν συνοδεύεται από ποινικές ή ηθικές σκιές, αλλοιώνει τη δημοκρατική φυσιογνωμία των οργανώσεων. Καλλιεργεί την αίσθηση κλειστών μηχανισμών εξουσίας, υπονομεύει την εμπιστοσύνη των μελών και τροφοδοτεί τη γενικευμένη απαξίωση της συλλογικής δράσης. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι ατομικό, είναι δομικό.


Το φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται σε ένα πρόσωπο ή έναν φορέα. Αφορά ένα ευρύτερο μοντέλο άσκησης εξουσίας που διαπερνά κόμματα, συνδικάτα και θεσμούς, όπου η ισόβια παραμονή στην ηγεσία λογίζεται ως κανονικότητα. Η απουσία εναλλαγής και η έλλειψη εσωτερικής δημοκρατίας διαρρηγνύουν τη σχέση εκπροσώπησης, οδηγώντας τελικά στην απονομιμοποίηση των ίδιων των οργάνων.


Χωρίς εναλλαγή και λογοδοσία, οι θεσμοί παύουν να εκπροσωπούν την κοινωνία. Απλώς αναπαράγουν τον εαυτό τους.




30/1/26

Από τον Θουκυδίδη στο Νταβός: Η επιστροφή της ισχύος και το τέλος των αυταπατών

Η πρόσφατη ομιλία του Καναδού Πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ στο Νταβός δεν ήταν απλώς μια διπλωματική τοποθέτηση. Ήταν ένα πολιτικοφιλοσοφικό μανιφέστο που συνέτριψε τα τελευταία είδωλα της μεταπολεμικής δυτικής ηγεμονίας. Το μήνυμα ήταν σαφές. Ο κόσμος που νομίζαμε ότι ζούσαμε, ένας κόσμος βασισμένος σε κανόνες, θεσμούς και την αυτορρυθμιζόμενη αγορά έχει ήδη πεθάνει. Βρισκόμαστε στην εποχή της ρήξης, όχι της ομαλής μετάβασης.

Η Θουκυδίδεια Επιστροφή: Όταν η Ηθική συναντά την Πραγματικότητα


Η πιο σημαντική στιγμή της ομιλίας ήταν η επίκληση στον Θουκυδίδη και στην αιώνια αλήθεια του, «οι ισχυροί πράττουν ό,τι τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι αδύναμοι υφίστανται ό,τι τους επιβάλλεται».

Αυτή η αναφορά δεν ήταν ακαδημαϊκό διακοσμητικό στοιχείο. Ήταν μια ρήξη με τον δυτικό ιδεαλισμό των τελευταίων δεκαετιών. Αποτελεί την υπενθύμιση ότι, τελικά, οι διεθνείς σχέσεις δεν οργανώνονται από συνθήκες, αλλά από συσχετισμούς δύναμης. Οι κανόνες υπάρχουν, αλλά ισχύουν μόνο εφόσον εξυπηρετούν ή τουλάχιστον δεν απειλούν τα συμφέροντα εκείνων που έχουν την ισχύ να τους επιβάλουν. Με αυτό, ο Κάρνεϊ παραδέχτηκε δημόσια ότι η ηθική γλώσσα, χωρίς την υλική ισχύ να την υποστηρίξει, είναι συχνά ένας κενός θρήνος.


Το Τέλος της «Ουδέτερης» Οικονομίας και το Μάθημα από τις ΗΠΑ


Η ομιλία κατέρριψε επίσης έναν δεύτερο ισχυρό μύθο, ότι η παγκόσμια οικονομία είναι ένα ουδέτερο πεδίο συνεργασίας. Αντίθετα, τα πάντα έχουν εργαλειοποιηθεί, οι αλυσίδες εφοδιασμού, οι ενεργειακές ροές, τα χρηματοπιστωτικά δίκτυα.

Ο Κάρνεϊ υπήρξε ιδιαίτερα αποκαλυπτικός αναφερόμενος στις πρόσφατες εμπορικές τριβές με τις ΗΠΑ. Η πίεση που δέχτηκε ο Καναδάς σε κρίσιμους τομείς της βιομηχανίας του κατέστησε σαφές ότι ακόμη και οι πιο στενές συμμαχίες δεν είναι απρόσβλητες από την πολιτική της ισχύος. Το εμπόριο δεν είναι πλέον μόνο εμπόριο, αλλά μέσο πίεσης και γεωπολιτικής μάχης.

Αυτή η παραδοχή δικαιολογεί μια νέα στρατηγική, την επιστροφή της κρατικής παρέμβασης και της στρατηγικής βιομηχανικής πολιτικής. Το μήνυμα είναι σαφές, η «αόρατος χείρ» της αγοράς δεν θα μας σώσει. Η εθνική ασφάλεια και η οικονομική ανεξαρτησία είναι πλέον δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος.


«Αν δεν είσαι στο τραπέζι, είσαι στο μενού»


Αυτή η λακωνική φράση αποτελεί τη σύγχρονη μετάφραση της θουκυδίδειας σοφίας. Στον νέο αυτόν κόσμο, η «ουδετερότητα» είναι μια ψευδαίσθηση. Χώρες που δεν παίρνουν ενεργά θέση και δεν συμμετέχουν στη διαμόρφωση των κανόνων, γίνονται αντικείμενα των αποφάσεων άλλων. Γίνονται, κυριολεκτικά, το «μενού».

Το μήνυμα απευθύνεται ιδιαίτερα στις λεγόμενες «μεσαίες δυνάμεις». Δεν αρκεί πλέον να είσαι ένας προβλέψιμος σύμμαχος. Απαιτείται ενεργητική στρατηγική και επιλογή συμμαχιών με βάση τα πραγματικά συμφέροντα, όχι απλώς τις κοινές διακηρύξεις.


Στρατηγική Αυτονομία: Το Νέο Πρωταρχικό Αγαθό


Η στρατηγική αυτονομία που περιέγραψε ο Καναδός Πρωθυπουργός δεν σχετίζεται με τον απομονωτισμό, αλλά με την ίδια την ικανότητα επιβίωσης. Ένα κράτος που εξαρτάται από τρίτους για την ενέργεια, την τροφή (επισιτιστική ασφάλεια) ή τις κρίσιμες τεχνολογίες, είναι ένα κράτος με περιορισμένη κυριαρχία.

Η θουκυδίδεια λογική αποκτά σύγχρονη μορφή. Η ισχύς του 21ου αιώνα είναι πολυδιάστατη. Δεν μετριέται μόνο με όπλα, αλλά με την ενεργειακή, βιομηχανική και τεχνολογική ανεξαρτησία.


Μήνυμα για την Ελλάδα


Για την Ελλάδα, αυτή η ανάλυση αποτελεί καθρέφτισμα της καθημερινότητάς μας. Η Ανατολική Μεσόγειος είναι το τέλειο παράδειγμα ενός χώρου όπου το Διεθνές Δίκαιο συμβιβάζεται καθημερινά με την ωμή ισχύ.

Όποιος πιστεύει ότι οι κανόνες, από μόνοι τους, θα μας προστατεύσουν, αγνοεί τη φύση του διεθνούς συστήματος. Η στρατηγική αυτονομία και η ενίσχυση της παραγωγικής μας βάσης είναι προϋποθέσεις ώστε να μην βρεθούμε εμείς, τελικά, στο «μενού».


Το Τέλος των Αυταπατών


Η αξία της ομιλίας του Κάρνεϊ ήταν στη μετατόπιση της νοοτροπίας. Η παραδοχή ότι η παλιά τάξη δεν θα επιστρέψει είναι οδυνηρή αλλά απελευθερωτική. Μας επιτρέπει να σχεδιάσουμε για τον πραγματικό κόσμο, όχι για εκείνον που θα ευχόμασταν να υπήρχε. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν αυτός ο κόσμος μας αρέσει, αλλά ποιοι θα τον κατανοήσουν εγκαίρως και θα ενεργήσουν αναλόγως.

—————

*Αφορμή για το παρόν άρθρο αποτέλεσε η ομιλία του Καναδού Πρωθυπουργού στην 56η Ετήσια Σύνοδο του WEF, στις 20/01/2026, στο Νταβός.

** “Principled and pragmatic: Canada’s path” – Ομιλία του Πρωθυπουργού Καναδά στο WEF



21/1/26

Η Καμπή της Καρυστιανού: Γιατί η θέση για την άμβλωση άλλαξε το παιχνίδι

Μια κοινωνία που αμφισβητεί τα κεκτημένα, διολισθαίνει αναπόφευκτα στην οπισθοδρόμηση.


Η κριτική που ακολούθησε τις πρόσφατες δηλώσεις της κ. Καρυστιανού δεν ήταν προϊόν πολιτικής εμπάθειας, αλλά απόρροια του ίδιου του περιεχομένου τους. Η προσπάθεια ανασκευής, άλλωστε, δεν βασίστηκε στην αναγνώριση μιας αστοχίας, αλλά στην προσφιλή τακτική της «διαστρέβλωσης». Μετατοπίζοντας την ευθύνη στους δημοσιογράφους και σε μια «φοβισμένη» ελίτ, η ίδια κατέφυγε σε μια δοκιμασμένη συνταγή του συστήματος που υποτίθεται ότι αντιμάχεται.


Η κ. Καρυστιανού εισήλθε στον δημόσιο χώρο ως σύμβολο του αιτήματος για δικαιοσύνη. Όσο ο λόγος της παρέμενε στο πεδίο της ηθικής αγανάκτησης, κατάφερνε να συσπειρώνει ετερόκλητα ακροατήρια. Εκεί βρισκόταν η ισχύς της.


Ωστόσο, οι διαψεύσεις περί πολιτικής καθόδου προσέκρουαν στην πραγματικότητα. Η συστηματική παρέμβασή της σε κάθε πολιτικό ζήτημα, οι γενικεύσεις και οι απόλυτες κρίσεις, δεν παρέπεμπαν σε μια μονοθεματική διεκδίκηση, αλλά σε μια πολιτική φιλοδοξία χωρίς σαφές ιδεολογικό στίγμα.


Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι η ίδια η πολιτική εμπλοκή, αλλά η αποκάλυψη ενός κενού περιεχομένου τη στιγμή που ο λόγος της έγινε συγκεκριμένος.

Η θέση ότι το αναφαίρετο δικαίωμα των γυναικών στην άμβλωση μπορεί να τεθεί σε «διαβούλευση» δεν αποτελεί αφέλεια. Είναι καθαρή πολιτική τοποθέτηση. Ευθυγραμμίζεται πλήρως με τον διεθνή συντηρητικό λόγο που επιχειρεί να μετατρέψει τις καθολικές κατακτήσεις σε αντικείμενο πλειοψηφικής διαπραγμάτευσης.


Τα δικαιώματα δεν αναστέλλονται στο όνομα μιας αφηρημένης «ηθικής». Όταν αυτό συμβαίνει, δεν μιλάμε για πλουραλισμό, αλλά για οπισθοδρόμηση. Και όταν η οπισθοδρόμηση βαφτίζεται «ουδετερότητα», τότε πρόκειται για πολιτική εξαπάτηση.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο λόγος της κ. Καρυστιανού την κατατάσσει αντικειμενικά σε ένα συντηρητικό και εντέλει ακροδεξιό μοτίβο, αμφισβήτηση καθολικών κεκτημένων και επίκληση της πλειοψηφικής ηθικής.


Όσο μιλά συγκεκριμένα, τόσο το έρεισμά της εξασθενεί. Ο προοδευτικός χώρος απομακρύνεται, καθώς γι’ αυτόν η δικαιοσύνη είναι αδιανόητη χωρίς αυτοδιάθεση. Τα δε συντηρητικά στρώματα σπάνια αναζητούν νέους εκφραστές όταν υπάρχουν οι παραδοσιακοί φορείς.


Χωρίς πολιτική επάρκεια και κοινωνικές συμμαχίες, η πολιτική απογύμνωση είναι προδιαγεγραμμένη. Μια πορεία που ξεκίνησε με σημαία τη δικαιοσύνη, κινδυνεύει πλέον να την μετατρέψει σε απλό πρόσχημα.


Στην πολιτική αρένα, όπου ο λόγος έχει ήδη δοκιμαστεί, ο ανταγωνισμός δεν συγχωρεί επικαλύψεις. Όταν οι ίδιες θέσεις εκφέρονται από διαφορετικά πρόσωπα, η σύγκρουση παύει να είναι ζήτημα ιδεών και γίνεται ζήτημα επιβίωσης. 

Ο δρόμος είναι μακρύς και το παιχνίδι σκληρό.

15/1/26

Λαός, Έθνος, Τάξεις και Ιδεολογίες

Από τη φασιστική μισαλλοδοξία έως τη δημοκρατική ηθική της ευθύνης


Το άρθρο επιχειρεί μια συγκριτική ανάλυση τεσσάρων βασικών ιδεολογικών ρευμάτων. Του φασισμού, του κομμουνισμού, του σοσιαλισμού και της αστικής (φιλελεύθερης) δημοκρατίας, ως προς τη στάση τους απέναντι στις έννοιες «λαός», «έθνος», «κοινωνικές τάξεις» και σύγχρονα «μεταναστευτικά και προσφυγικά ρεύματα». Σκοπός είναι να αναδειχθεί ότι κάθε ιδεολογία αποδίδει διαφορετικό περιεχόμενο σε αυτές τις έννοιες, διαμορφώνοντας διαφορετική σχέση ανάμεσα στο άτομο και τη συλλογικότητα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάγκη υπέρβασης των συλλογικών προκαταλήψεων με την έννοια ότι κανένα έθνος, καμία τάξη και καμία θρησκευτική ή πολιτισμική ομάδα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί συλλήβδην ως «καλή» ή «κακή». Η δημοκρατική ηθική της ευθύνης, όπως διατυπώθηκε από στοχαστές όπως ο Habermas και η Arendt, προϋποθέτει την αναγνώριση της ατομικής αξιοπρέπειας και της ηθικής αυτονομίας του ανθρώπου, πέρα από τα ιδεολογικά σχήματα που κατασκευάζουν ταυτότητες και εχθρούς.


1. Εισαγωγή


Οι έννοιες του λαού, του έθνους και των κοινωνικών τάξεων αποτελούν θεμέλια του πολιτικού στοχασμού από τον 19ο αιώνα έως σήμερα. Η ερμηνεία τους όμως διαφέρει ριζικά ανάλογα με το ιδεολογικό πλαίσιο. Άλλο νόημα έχουν στο φασιστικό δόγμα, άλλο στον μαρξισμό, διαφορετικό στον σοσιαλισμό και διαφορετικό στη φιλελεύθερη δημοκρατία. Ο καθορισμός αυτών των εννοιών δεν είναι θεωρητικά ουδέτερος, αποκαλύπτει το πώς κάθε ιδεολογία αντιλαμβάνεται την ανθρώπινη φύση, τη συλλογικότητα, την εξουσία και την ελευθερία.

Το άρθρο αυτό εξετάζει συγκριτικά τα τέσσερα ρεύματα και καταλήγει σε έναν ανθρωπιστικό στοχασμό, ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να εγκλωβιστεί σε συλλογικές ταυτότητες, χωρίς να χάσει την ηθική του υπόσταση.


2. Ιδεολογικές αναπαραστάσεις του “λαού”, του “έθνους” και της “τάξης”


Η πολιτική θεωρία του 20ού αιώνα ανέδειξε τον «λαό» ως κεντρικό υποκείμενο της ιστορίας, αλλά κάθε ιδεολογία τον ορίζει διαφορετικά. Ο Benedict Anderson (1983) περιγράφει το έθνος ως «φαντασιακή κοινότητα», δηλαδή ως αφήγηση που δημιουργεί συνοχή ανάμεσα σε ανθρώπους που ποτέ δεν θα γνωριστούν μεταξύ τους. Αντίστοιχα, ο Gramsci (1930) βλέπει τον λαό ως κοινωνικό σύνολο που αποκτά πολιτική συνείδηση μέσα από την ηγεμονία των ιδεών. Ο Habermas (1992) τονίζει ότι η δημοκρατική κοινωνία δεν θεμελιώνεται σε φυλετικούς ή πολιτισμικούς δεσμούς, αλλά σε διαδικασίες διαλόγου και συμμετοχής.

Από την άλλη, ο φασισμός και ο κομμουνισμός αντιπροσωπεύουν δύο άκρα. Ο πρώτος θεοποιεί το έθνος, ο δεύτερος την τάξη. Και στις δύο περιπτώσεις, το άτομο υποτάσσεται σε μια συλλογική ολότητα που ορίζεται ως απόλυτη και αδιαμφισβήτητη.


3. Ο φασισμός: το μίσος του διαφορετικού και η λατρεία της ιεραρχίας


Ο φασισμός, όπως αναπτύχθηκε στην Ιταλία και στη Γερμανία του Μεσοπολέμου, αποτελεί μορφή πολιτικής θεολογίας που απορρίπτει τον ορθολογισμό και τη δημοκρατία. Το έθνος παρουσιάζεται ως ζωντανός οργανισμός, ενιαίος και «καθαρός», ενώ ο αρχηγός (Duce, Führer) εμφανίζεται ως η ενσάρκωση της συλλογικής βούλησης.

Η Hannah Arendt (1951) επισημαίνει ότι ο ολοκληρωτισμός γεννιέται όταν οι άνθρωποι παύουν να σκέφτονται ως άτομα και μετατρέπονται σε μάζα. Στον φασισμό, ο «λαός» δεν έχει δικαίωμα στην κριτική, υπάρχει μόνο για να υπακούει. Τα έθνη, εκτός του «δικού μας», θεωρούνται εχθρικά, απειλές προς εξάλειψη. Η ταξική διαφοροποίηση καταργείται ως «αντεθνική», ενώ η κοινωνική ανισότητα νομιμοποιείται στο όνομα της πειθαρχίας και της ανωτερότητας.

Η φασιστική ιδεολογία, ενώ επικαλείται την ενότητα, στην ουσία οικοδομεί μια πολιτική μισαλλοδοξίας, όπου το μίσος για τον άλλο γίνεται συνεκτικός δεσμός της κοινότητας.


4. Ο κομμουνισμός: η αγιοποίηση της εργατικής τάξης


Ο μαρξισμός ερμηνεύει την ιστορία ως πορεία σύγκρουσης ανάμεσα σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους. Ο κομμουνισμός, όπως εφαρμόστηκε ιστορικά, μετέτρεψε αυτή την ανάλυση σε δόγμα. Η εργατική τάξη θεωρήθηκε συλλογικά φορέας της ιστορικής δικαιοσύνης.

Η «αγιοποίηση» της τάξης όμως κρύβει έναν νέο κίνδυνο. Όταν μια κοινωνική κατηγορία αναγορεύεται σε «ηθικά ανώτερη», τότε κάθε διαφωνία μπορεί να εκληφθεί ως προδοσία. Η εμπειρία των ολοκληρωτικών καθεστώτων του 20ού αιώνα έδειξε ότι ο ταξικός διεθνισμός συχνά μετατράπηκε σε κρατικό δογματισμό.

Ο κομμουνισμός εμπνέεται από το όραμα της ισότητας και της κατάργησης της εκμετάλλευσης, αλλά, όπως σημειώνει ο Habermas, «η χειραφέτηση χωρίς δημόσιο διάλογο καταλήγει σε νέο αυταρχισμό» (Habermas, 1984).


5. Ο σοσιαλισμός και η αναζήτηση κοινωνικής δικαιοσύνης


Ο σοσιαλισμός επιχειρεί να συνδυάσει τον κοινωνικό ανθρωπισμό του μαρξισμού με τη δημοκρατική νομιμότητα του φιλελευθερισμού. Ο λαός εδώ δεν είναι τάξη ούτε μάζα, αλλά σύνολο πολιτών με ίσα δικαιώματα και ευθύνες.

Η σοσιαλδημοκρατική παράδοση, όπως την ανέπτυξαν θεωρητικοί από τον Bernstein έως τον Giddens, υποστηρίζει ότι η κοινωνική ανισότητα μπορεί να μειωθεί μέσω θεσμών αναδιανομής, δημόσιας εκπαίδευσης, συλλογικής διαπραγμάτευσης και κοινωνικού κράτους.

Σε αντίθεση με τον κομμουνισμό, δεν επιδιώκει την κατάργηση των τάξεων, αλλά την ειρηνική εξισορρόπησή τους. Το έθνος αντιμετωπίζεται ως πολιτισμική κοινότητα με δικαίωμα αυτοδιάθεσης, αλλά όχι ως εργαλείο αποκλεισμού ή κυριαρχίας. Ο σοσιαλισμός προτείνει έτσι ένα πλαίσιο κοινωνικής δικαιοσύνης και δημοκρατικής αλληλεγγύης, χωρίς απόλυτες βεβαιότητες.


6. Η αστική δημοκρατία και τα όρια του φιλελευθερισμού


Η φιλελεύθερη δημοκρατία θεμελιώνεται στην ατομική ελευθερία, την ισότητα ενώπιον του νόμου και την αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση. Ο λαός νοείται ως πολιτικό σώμα πολιτών και όχι ως ενιαία ιδεολογική ή φυλετική οντότητα.

Ωστόσο, ο φιλελευθερισμός, όπως επισημαίνει ο Piketty (2019), συχνά αποτυγχάνει να αντιμετωπίσει τις βαθιές κοινωνικές ανισότητες που δημιουργεί η αγορά. Ενώ αναγνωρίζει την ισότητα των δικαιωμάτων, δεν εξασφαλίζει την ισότητα των ευκαιριών.

Η δημοκρατία κινδυνεύει έτσι να μετατραπεί σε τυπικό καθεστώς χωρίς ουσιαστική κοινωνική βάση, ιδίως όταν η οικονομική εξουσία συγκεντρώνεται και η πολιτική γίνεται προνόμιο των ισχυρών. Η ηθική της φιλελεύθερης κοινωνίας χρειάζεται, επομένως, διαρκή επανανοηματοδότηση.


7. Το σύγχρονο μεταναστευτικό και προσφυγικό φαινόμενο. Ιδεολογικές και ηθικές προσεγγίσεις


Το μεταναστευτικό ζήτημα του 21ου αιώνα αποτελεί καθρέφτη των ιδεολογικών μας αντιφάσεων. Ο φασισμός το ερμηνεύει ως «εισβολή» που απειλεί την καθαρότητα του έθνους και τη σταθερότητα του κοινωνικού σώματος. Ο κομμουνισμός το προσεγγίζει ως συνέπεια των παγκόσμιων ανισοτήτων και της εκμετάλλευσης της εργασίας από τον καπιταλισμό. Ο σοσιαλισμός επιχειρεί να συνδυάσει την κοινωνική αλληλεγγύη με τη διαχείριση των πραγματικών αναγκών των κοινωνιών υποδοχής. Η φιλελεύθερη δημοκρατία, αν και θεμελιώνεται στην καθολικότητα των δικαιωμάτων, συχνά υποκύπτει στις πιέσεις του φόβου, της ξενοφοβίας και του λαϊκισμού. Η μεταναστευτική εμπειρία αποκαλύπτει το βαθύτερο ηθικό ερώτημα. Πώς αντιδρούμε απέναντι στον «άλλον» όταν παύει να είναι αφηρημένη έννοια και γίνεται ο γείτονάς μας. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα καθορίζει όχι μόνο την ποιότητα της δημοκρατίας, αλλά και το μέτρο του ανθρωπισμού μας.


8. Ηθική ατομικότητα και υπέρβαση των συλλογικών προκαταλήψεων


Στο σημείο αυτό ανακύπτει το ουσιώδες ζήτημα: είναι δυνατόν να αποδίδουμε ηθικά χαρακτηριστικά σε συλλογικότητες;

Η ιστορία και η εμπειρία δείχνουν το αντίθετο. Μέσα σε κάθε έθνος, τάξη ή θρησκευτική κοινότητα συνυπάρχουν άνθρωποι αγαθοί και φαύλοι, δίκαιοι και άδικοι. Η γενίκευση, ότι «οι Τούρκοι είναι κακοί», «οι Εβραίοι πονηροί», «οι εργάτες αγνοί» ή «οι αστοί εκμεταλλευτές», αποτελεί ιδεολογική πλάνη που οδηγεί στην ηθική τύφλωση.

Ο Habermas υποστηρίζει ότι η αληθινή δημοκρατία θεμελιώνεται στη διαλογική λογική, στη δυνατότητα δηλαδή του κάθε ανθρώπου να εκφράσει τον λόγο του ισότιμα. Η Arendt, από την πλευρά της, μιλά για την «ευθύνη του να σκεφτόμαστε», δηλαδή να μην αποδεχόμαστε άκριτα τις ταυτότητες που μας επιβάλλουν οι ιδεολογίες.

Η αναγνώριση της ατομικής αξιοπρέπειας και η ηθική αυτονομία αποτελούν τις βάσεις μιας δημοκρατικής κοινωνίας που υπερβαίνει τα στερεότυπα. Ο άνθρωπος δεν είναι αντιπρόσωπος της φυλής, της τάξης ή της θρησκείας του, αλλά φορέας συνείδησης και ευθύνης.

Όπως απέδειξαν ιστορικά γεγονότα σε εποχές πολέμου και προσφυγιάς, η αλληλεγγύη και η ανθρωπιά αναδύονται εκεί όπου οι άνθρωποι αρνούνται να βλέπουν τους άλλους μέσα από το φίλτρο της συλλογικής ενοχοποίησης. Οι «απλοί άνθρωποι» είναι αυτοί που συχνά υπερβαίνουν τις διαχωριστικές γραμμές, αποδεικνύοντας ότι η ηθική δεν ανήκει σε καμία ιδεολογία.


9. Συμπεράσματα


Η συγκριτική ανάλυση των τεσσάρων ιδεολογιών δείχνει ότι κάθε σύστημα ιδεών προσπαθεί να ορίσει τον «λαό» και το «έθνος» με τρόπο που να νομιμοποιεί τη δική του μορφή εξουσίας.

Ο φασισμός οικοδομεί την ενότητα μέσω του φόβου και του αποκλεισμού. Ο κομμουνισμός μέσω της ταξικής ομοιογένειας. Ο σοσιαλισμός μέσω της κοινωνικής αλληλεγγύης και η φιλελεύθερη δημοκρατία μέσω των δικαιωμάτων του ατόμου.

Καμία από αυτές τις προσεγγίσεις δεν είναι απόλυτα επαρκής, αν δεν συνοδεύεται από ηθική ευθύνη και κριτική συνείδηση. Ο λαός δεν είναι έννοια στατική ούτε θεοποιημένο σύνολο. Είναι οι άνθρωποι που στοχάζονται, ενεργούν και συνυπάρχουν.

Σε μια εποχή όπου οι ταυτότητες επιστρέφουν ως πεδία σύγκρουσης, εθνικές, θρησκευτικές και ταξικές, το ζητούμενο δεν είναι να αρνηθούμε τη συλλογικότητα, αλλά να την ανθρωποποιήσουμε.

Η δημοκρατία, για να επιβιώσει, χρειάζεται πολίτες που δεν θα κρίνουν συλλογικά, αλλά θα σκέφτονται υπεύθυνα και θα δρουν ανθρώπινα.


————

Βιβλιογραφία

  • Anderson, B. (1983). Imagined Communities: Reflections on the Origin and Spread of Nationalism. London: Verso.
  • Arendt, H. (1951). The Origins of Totalitarianism. New York: Harcourt.
  • Gramsci, A. (1971). Selections from the Prison Notebooks. New York: International Publishers.
  • Habermas, J. (1984). The Theory of Communicative Action. Boston: Beacon Press.
  • Habermas, J. (1992). Faktizität und Geltung. Frankfurt am Main: Suhrkamp.
  • Piketty, T. (2019). Capital et Idéologie. Paris: Seuil.
  • Giddens, A. (1998). The Third Way: The Renewal of Social Democracy. Cambridge: Polity Press