Αρχειοθήκη ιστολογίου

21/4/26

Ο μύθος του “αναμορφωτή” Παπαδόπουλου

Η 21η Απριλίου 1967 δεν είναι απλώς μια ημερομηνία. Είναι ένα τραύμα στη συλλογική μνήμη. Εκείνο το ξημέρωμα, με το πραξικόπημα της Χούντας των Συνταγματαρχών, η δημοκρατία στην Ελλάδα καταλύθηκε βίαια. Συλλήψεις, εξορίες, βασανιστήρια, λογοκρισία. Μια ολόκληρη κοινωνία μπήκε στον γύψο.
Πρωταγωνιστές εκείνης της εκτροπής ήταν μορφές όπως ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, που επέβαλαν ένα καθεστώς φόβου και σιωπής. Κι όμως, μέσα σε εκείνη τη σκοτεινή περίοδο, υπήρξαν και οι αντιστάσεις με κορυφαία στιγμή την Εξέγερση του Πολυτεχνείου, που έδειξε ότι η δίψα για ελευθερία δεν καταπνίγεται.
Η μνήμη αυτής της μέρας δεν είναι τυπική επέτειος. Είναι υπενθύμιση: η δημοκρατία δεν είναι δεδομένη. Χρειάζεται εγρήγορση, συμμετοχή και θάρρος για να διατηρηθεί.

Οι δοσίλογοι της Κατοχής και η κληρονομιά της υποτέλειας.

Τα τελευταία χρόνια, μια συστηματική προσπάθεια επιχειρεί να εξωραΐσει το καθεστώς της 21ης Απριλίου και να παρουσιάσει τον Γεώργιο Παπαδόπουλο ως “αναμορφωτή”, “πατριώτη” ή “ηγέτη που έβαλε τάξη”. Πρόκειται για επικίνδυνη διαστρέβλωση της ιστορίας, που δεν αφορά μόνο την Κυπριακή Τραγωδία που βαραίνει το καθεστώς, αλλά και τις σκοτεινές του ρίζες. Ρίζες που φτάνουν πίσω στα χρόνια της Κατοχής, όταν πολλοί από τους μετέπειτα “εθνοσωτήρες” υπηρέτησαν τον γερμανό κατακτητή, ενώ άλλοι Έλληνες πολεμούσαν και πέθαιναν για την ελευθερία.


Το 1941, οι Γερμανοί διόρισαν στην Ελλάδα διοικητές της Ειδικής Ασφάλειας πρόθυμους συνεργάτες. Ανάμεσά τους, ο συνταγματάρχης Αλέξανδρος Λάμπου και ο Νικόλαος Κουρκουλάκος, αξιωματικός του ελληνικού στρατού που προσχώρησε στους ναζί¹. Στην Πάτρα, όπου υπηρέτησε τότε ο νεαρός Γεώργιος Παπαδόπουλος υπό τις διαταγές του Κουρκουλάκου, οργανώθηκαν τα διαβόητα Τάγματα Ασφαλείας². Τάγματα που δεν πολεμούσαν τον εχθρό, αλλά τους ίδιους τους Έλληνες, αγωνιστές της Αντίστασης, πολίτες, φοιτητές, ακόμη και παιδιά.


Οι κραυγές των βασανισμένων στα κρατητήρια της Ειδικής Ασφάλειας Πάτρας ήταν ο ήχος της “τάξης” που υπερασπίζονταν οι συνεργάτες των Γερμανών. Και ο Παπαδόπουλος ήταν ανάμεσά τους, ένας αξιωματικός που έμαθε από νωρίς πώς να υπηρετεί την εξουσία του φόβου³.


Όταν, το 1967, ο Παπαδόπουλος άρπαξε την εξουσία με τα όπλα, δεν έκανε τίποτα άλλο από το να συνεχίσει το έργο της υποτέλειας. Οι ίδιοι άνθρωποι, τα ίδια δίκτυα, η ίδια ιδεολογία του “εσωτερικού εχθρού” επανήλθαν με στολή και ύφος σωτήρα.


Μόλις δύο χρόνια μετά το πραξικόπημα, στις 13 Φεβρουαρίου 1969, ο δικτάτορας βράβευσε τον παλιό του διοικητή. Διόρισε τον υποστράτηγο Νικόλαο Κουρκουλάκο διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος (ΑΤΕ)⁴. Ο πρώην συνεργάτης των ναζί καθόταν πια σε κρατικό γραφείο, σύμβολο μιας Ελλάδας που είχε μάθει να συγχωρεί την προδοσία και να τιμά τη δουλικότητα.


Παράλληλα, η “εθνοσωτήριος επανάστασις” διέλυσε τη δημοκρατία, ανέστειλε το Σύνταγμα, φυλάκισε και βασάνισε χιλιάδες πολίτες, επέβαλε λογοκρισία και προπαγάνδα στον πολιτισμό, παρουσίασε μια ψεύτικη οικονομική “άνθηση” και απομόνωσε την Ελλάδα διεθνώς. Και το χειρότερο, με την αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο το 1967, άφησε ακάλυπτο το νησί και προετοίμασε το έδαφος για την τουρκική εισβολή του 1974⁵.


Θυμάμαι ξεκάθαρα εκείνη την ημέρα. Με τον φίλο μου τον Ανέστη, στο πλοίο από τον Βόλο για τη Σκιάθο, το ραδιόφωνο έπαιζε εμβατήρια. Για μια στιγμή νόμιζα πως έγινε νέο πραξικόπημα. Ύστερα ήρθε το έκτακτο δελτίο:

«Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, επιστρατεύονται όλοι οι άρρενες 18–60 ετών».

Η επιστράτευση εκείνη ήταν χαοτική, ανοργάνωτη, γεμάτη φόβο και σύγχυση. Αποκάλυπτε τη γύμνια του στρατού και την υποκρισία της χούντας που μιλούσε για “ισχυρή Ελλάδα”.


Όσοι σήμερα επιμένουν να μιλούν για τον Παπαδόπουλο ως “πατριώτη”, προσπαθούν να ξεπλύνουν το παρελθόν των δοσιλόγων και να διαγράψουν τη μνήμη των θυμάτων. Αλλά η ιστορία δεν ξαναγράφεται με ψέματα.


Η δημοκρατία, όμως, δεν μας χαρίστηκε. Γεννήθηκε από αίμα, από βασανιστήρια, από κελιά και από αντίσταση. Και όσο θυμόμαστε ποιοι υπηρέτησαν τον κατακτητή και ποιοι αντιστάθηκαν, τόσο θα παραμένει ζωντανή η αλήθεια απέναντι σε κάθε νέο μύθο που προσπαθεί να ντύσει την προδοσία με τα χρώματα της πατρίδας.


Πηγές


1. Mark Mazower, Στην Ελλάδα του Χίτλερ, εκδ. Αλεξάνδρεια, 1993.

2. Στ. Καλύβας – Ν. Μαραντζίδης, Εμφύλια Πάθη, εκδ. Μεταίχμιο, 2015.

3. Αρχείο ΕΛΙΑ – Εκθέσεις ΕΑΜ Πάτρας, 1943–44.

4. Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ΦΕΚ 49/13.2.1969 (διορισμός Ν. Κουρκουλάκου στην ΑΤΕ).

5. Θ. Βερέμης – Κ. Σβολόπουλος, Η Ελλάδα στη Μεταπολεμική Εποχή, ΜΙΕΤ, 1990.

16/4/26

Από το Βιετνάμ στον Τραμπ


 Η επικίνδυνη γοητεία της συλλογικής τιμωρίας


Όταν η πολιτική ρητορική υπόσχεται την «επιστροφή στη λίθινη εποχή», δεν ασκεί απλώς πίεση. Προετοιμάζει το έδαφος για την αποδοχή της ολοκληρωτικής καταστροφής.


Η φράση «να επιστρέψει ένας  λαός στη λίθινη εποχή» δεν είναι απλώς μια υπερβολή της στιγμής. Από τον Curtis LeMay στον πόλεμο του Βιετνάμ έως τις πρόσφατες δηλώσεις του Donald Trump για το Ιράν, η έκφραση αυτή λειτουργεί ως συμπύκνωση μιας βαθύτερης πολιτικής αντίληψης, ότι η ολοκληρωτική καταστροφή μπορεί να αποτελεί θεμιτό εργαλείο πίεσης. Η γλώσσα δεν είναι ουδέτερη. Όταν πολιτικοί ηγέτες μιλούν για τέτοιου είδους επιστροφές, εισάγουν μια λογική ολικής απογύμνωσης ενός λαού από τις υποδομές, την ιστορία και την πολιτισμική του συνέχεια.


Σε αυτό το σημείο, η ιστορική μνήμη είναι αναγκαία. Στο καθεστώς του Adolf Hitler, η έννοια της «συλλογικής ευθύνης» χρησιμοποιήθηκε συστηματικά για να δικαιολογήσει μαζικά αντίποινα. Με βάση αυτήν εκτελούνταν ως «απάντηση» σε πράξεις αντίστασης ολόκληρες κοινότητες και στοχοποιούνταν συλλήβδην Εβραίοι, Ρωμά και ομοφυλόφιλοι, όχι για τις πράξεις τους, αλλά για την ίδια τους την ύπαρξη. *


Το πρόβλημα με τη στάση του Donald Trump δεν είναι μόνο ηθικό, αλλά και λειτουργικό. Η διπλωματία προϋποθέτει συνεχή βήματα αποκλιμάκωσης. Όταν όμως η ρητορική εκκινεί από το απόλυτο και την πλήρη καταστροφή, τότε στερεί από τον ίδιο τον ηγέτη τα ενδιάμεσα εργαλεία. Μια τέτοια στάση δεν ενισχύει την ισχύ, αλλά αντίθετα την εντάσσει στην κλιμάκωση.


Σε έναν κόσμο με όπλα μαζικής καταστροφής, η ηγεσία κρίνεται από το πόσο συνειδητά περιορίζει την ισχύ της. Η επίκληση της «λίθινης εποχής» είναι ένδειξη μιας πολιτικής φαντασίωσης που αδυνατεί να σκεφτεί πέρα από τον όλεθρο. Η ιστορία έχει αποδείξει πως πριν από κάθε μεγάλη καταστροφή, προηγείτο πάντα μια περίοδος όπου η γλώσσα και οι σκέψεις μας είχαν ήδη συνηθίσει στην ιδέα της.


————


*Σημείωση: Η σύγχρονη ρητορική δεν ταυτίζεται βέβαια με τα εγκλήματα του ναζισμού. Αναπαράγει όμως την ίδια επικίνδυνη απλοποίηση, ότι οι κοινωνίες είναι ενιαία, τιμωρήσιμα σώματα.

4/3/26

Το Ηθικό και Στρατηγικό Σύνορο: Από την Εξόντωση στη Συνύπαρξη


Μέση Ανατολή: Όταν ο Πόλεμος Γίνεται «Εξόντωση», η Λύση Χάνεται

​Η πρόσφατη κλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ Ισραήλ, ΗΠΑ και Ιράν φέρνει στην επιφάνεια μια τρομακτική αλλαγή στο σκηνικό: η πολιτική αντιπαράθεση δίνει τη θέση της σε μια τυφλή, υπαρξιακή αναμέτρηση. Πλέον, το ζητούμενο δεν είναι απλώς η νίκη, αλλά η εξαφάνιση του αντιπάλου.

​Όταν όμως ο στόχος γίνεται η «ολική εξάλειψη» του άλλου, το παιχνίδι χάνεται για όλους. Η άρνηση του δικαιώματος του εχθρού να υπάρχει, όχι μόνο δεν φέρνει ασφάλεια, αλλά γκρεμίζει κάθε γέφυρα για το μέλλον.

​Η Παγίδα του Φανατισμού και ο Ρόλος της Τεχεράνης

​Δεν μπορεί να υπάρξει ρεαλιστική ανάλυση αν δεν ονομάσουμε το πρόβλημα στην πηγή του: τον ισλαμοφασισμό του ιρανικού καθεστώτος. Οι Μουλάδες στην Τεχεράνη καταπιέζουν τον ίδιο τους τον λαό και χρησιμοποιούν το μίσος κατά του Ισραήλ ως «κόλλα» για να κρατηθούν στην εξουσία. Αυτή η ιδεολογία της καταστροφής είναι η κύρια αιτία της αστάθειας στην περιοχή.

Απέναντι σε αυτή την απειλή, η αυτοάμυνα είναι καθήκον. Όμως, η ισχύς πρέπει να έχει όρια. Όπως επισημαίνουν κορυφαίοι διεθνολόγοι, η άμυνα νομιμοποιείται μόνο όταν δεν μετατρέπεται σε αυθαιρεσία. Αν ο αμυνόμενος ξεπεράσει το μέτρο, κινδυνεύει να απομονωθεί διπλωματικά.

​Η Εσωτερική Μάχη στο Ισραήλ

​Η ειρήνη, όμως, απαιτεί δύο πλευρές. Για να βρεθεί διέξοδος, πρέπει και στο εσωτερικό του Ισραήλ να ηττηθούν οι ακραίες φωνές. Όσοι αρνούνται στους Παλαιστίνιους το δικαίωμα για ένα δικό τους κράτος, στην πραγματικότητα ναρκοθετούν την ίδια την ασφάλεια του Ισραήλ.

​Η αναγνώριση ενός κυρίαρχου Παλαιστινιακού κράτους δεν είναι «δώρο» ή υποχώρηση. Είναι η μόνη στρατηγική επιλογή που θα αφαιρέσει από το Ιράν και τους συμμάχους του τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν για να συντηρούν τον πόλεμο.

​Η Λύση των Δύο Κρατών: Μονόδρομος για την Επιβίωση

​Η αποδοχή δύο κυρίαρχων κρατών, του Ισραήλ και της Παλαιστίνης, είναι η μόνη λύση όπου όλοι κερδίζουν:

  • Για το Ισραήλ: Σημαίνει οριστική διεθνή αναγνώριση και ασφάλεια.
  • Για τους Παλαιστίνιους: Σημαίνει τέλος στην απόγνωση και απόκτηση δικής τους πατρίδας.
  • Για την περιοχή: Σημαίνει το τέλος της κυριαρχίας των εξτρεμιστών.

​Το Διακύβευμα

​Η μεγαλύτερη πρόκληση σήμερα είναι να πολεμήσεις τον φανατισμό χωρίς να γίνεις σαν αυτόν. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν είναι διαπραγματεύσιμη, ακόμα και μέσα στη φωτιά του πολέμου. Το μήνυμα πρέπει να είναι ξεκάθαρο: Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να εξαφανίσει τον άλλον από τον χάρτη.

__________

Βιβλιογραφικές Αναφορές

Jürgen Habermas, Die Einbeziehung des Anderen.

Εμμανουήλ Ρούκουνας, Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο.

Stiftung Wissenschaft und Politik (SWP)Der Nahostkonflikt: Strategien für μια Zwei-Staaten-Lösung (Berliner Forschungspapiere).

27/2/26

Το "ανέκδοτο" του καφενείου και η σιωπηλή απειλή της απαξίωσης

Σε ένα τυπικό ελληνικό καφενείο, εκεί όπου η πρωινή ιεροτελεστία του καφέ συνοδεύεται παραδοσιακά από την «ανατομία» της επικαιρότητας, ακούστηκε πρόσφατα ένα ιδιότυπο πολιτικό ανέκδοτο: «Αν βουλιάξει ένα καράβι γεμάτο πολιτικούς, ποιος θα σωθεί;». Μετά από μια σύντομη παρέλαση ονομάτων από όλο το πολιτικό φάσμα, η απάντηση δόθηκε με αφοπλιστική κυνικότητα: «Θα σωθεί η Ελλάδα».

Τα γέλια και τα συγκαταβατικά νεύματα των θαμώνων δεν ήταν απλώς μια στιγμή εκτόνωσης. Ήταν η συμπυκνωμένη αποτύπωση μιας επικίνδυνης πολιτικής θέσης: της πεποίθησης ότι το πρόβλημα της χώρας είναι δομικά προσωποποιημένο και ότι η εθνική σωτηρία προϋποθέτει την πλήρη εξαφάνιση του πολιτικού προσωπικού.


Η Ιστορική Παγίδα της Ισοπέδωσης


Αυτή η γενικευμένη καταδίκη, το γνωστό «να φύγουν όλοι», δεν είναι ένα καινοφανές φαινόμενο. Είναι οι τριακόσιες κρεμάλες στη Βουλή που αύξαναν τα ποσοστά της εγκληματικής Οργάνωσης της «Χρυσής Αυγής». Είναι το «λίπασμα» πάνω στο οποίο ιστορικά οικοδομήθηκαν τα πιο αυταρχικά καθεστώτα. Η ιστορική μνήμη μάς υπενθυμίζει πως η ισοπεδωτική απαξίωση των θεσμών στη Γερμανία του Μεσοπολέμου άνοιξε την κερκόπορτα στον εθνικοσοσιαλισμό, ενώ στην Ιταλία, ο Μουσολίνι εργαλειοποίησε την οργή κατά του «διεφθαρμένου κοινοβουλευτισμού» με καταστροφικές συνέπειες.


Η ρητορική παραμένει ανατριχιαστικά όμοια: «Όλοι ίδιοι είναι», «χρειάζεται ένας να καθαρίσει τον τόπο». Το αποτέλεσμα, ωστόσο, δεν ήταν ποτέ η κάθαρση, αλλά η κατάλυση της ίδιας της Δημοκρατίας και η αντικατάσταση της πολιτικής αντιπαράθεσης από τον απόλυτο σκοταδισμό.


Το Καφενείο ως Πολιτικό Βαρόμετρο


Παρά την κυνικότητά της, η συζήτηση του καφενείου δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αφ’ υψηλού από την πολιτική ελίτ. Αποτελεί το πιο ειλικρινές κοινωνικό βαρόμετρο. Εκεί καταγράφεται η διευρυνόμενη απόσταση ανάμεσα στα κέντρα λήψης αποφάσεων και τη σκληρή καθημερινότητα του πολίτη.


Οι πολιτικοί, εγκλωβισμένοι συχνά σε ένα αποστειρωμένο θεσμικό περιβάλλον, τείνουν να χάνουν τον σφυγμό της κοινωνίας. Η απώλεια αυτής της επαφής δημιουργεί ένα πολιτικό κενό, το οποίο σπεύδουν να καλύψουν οι πιο ακραίες και λαϊκιστικές φωνές, προσφέροντας απλοϊκές λύσεις σε σύνθετα προβλήματα.


Η Επιστροφή στην Ουσιαστική Πολιτική


Δεν είναι τυχαίο ότι στο παρελθόν, πολιτικοί ηγέτες με έντονο κοινωνικό αισθητήριο, όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου, φρόντιζαν να διατηρούν ανοιχτούς διαύλους με τα «λαϊκά στέκια». Ο στόχος δεν ήταν η άκριτη υιοθέτηση της οργής, αλλά η βαθιά κατανόηση των αιτιών της.


Η Δημοκρατία μας δεν κινδυνεύει από την αυστηρή, ακόμη και την άδικη κριτική. Κινδυνεύει από την παραίτηση, την αδιαφορία και την καθολική περιφρόνηση. Η λύση στις παθογένειες του συστήματος δεν είναι να «βουλιάξει το καράβι», αλλά να αναβαθμιστεί η ποιότητα της κυβέρνησής του με πυξίδα την κοινωνική ενσυναίσθηση και την αξιοκρατία.


Αν η πολιτική τάξη συνεχίσει να αγνοεί τους ψιθύρους —ή τα ανέκδοτα— του καφενείου, κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με μια κάλπη που δεν θα αστειεύεται. Γιατί όταν ο διάλογος τελειώνει στο καφενείο, η απόφαση της κάλπης είναι συχνά μη αναστρέψιμη.