Αρχειοθήκη ιστολογίου

27/2/26

Το "ανέκδοτο" του καφενείου και η σιωπηλή απειλή της απαξίωσης

Σε ένα τυπικό ελληνικό καφενείο, εκεί όπου η πρωινή ιεροτελεστία του καφέ συνοδεύεται παραδοσιακά από την «ανατομία» της επικαιρότητας, ακούστηκε πρόσφατα ένα ιδιότυπο πολιτικό ανέκδοτο: «Αν βουλιάξει ένα καράβι γεμάτο πολιτικούς, ποιος θα σωθεί;». Μετά από μια σύντομη παρέλαση ονομάτων από όλο το πολιτικό φάσμα, η απάντηση δόθηκε με αφοπλιστική κυνικότητα: «Θα σωθεί η Ελλάδα».

Τα γέλια και τα συγκαταβατικά νεύματα των θαμώνων δεν ήταν απλώς μια στιγμή εκτόνωσης. Ήταν η συμπυκνωμένη αποτύπωση μιας επικίνδυνης πολιτικής θέσης: της πεποίθησης ότι το πρόβλημα της χώρας είναι δομικά προσωποποιημένο και ότι η εθνική σωτηρία προϋποθέτει την πλήρη εξαφάνιση του πολιτικού προσωπικού.


Η Ιστορική Παγίδα της Ισοπέδωσης


Αυτή η γενικευμένη καταδίκη, το γνωστό «να φύγουν όλοι», δεν είναι ένα καινοφανές φαινόμενο. Είναι οι τριακόσιες κρεμάλες στη Βουλή που αύξαναν τα ποσοστά της εγκληματικής Οργάνωσης της «Χρυσής Αυγής». Είναι το «λίπασμα» πάνω στο οποίο ιστορικά οικοδομήθηκαν τα πιο αυταρχικά καθεστώτα. Η ιστορική μνήμη μάς υπενθυμίζει πως η ισοπεδωτική απαξίωση των θεσμών στη Γερμανία του Μεσοπολέμου άνοιξε την κερκόπορτα στον εθνικοσοσιαλισμό, ενώ στην Ιταλία, ο Μουσολίνι εργαλειοποίησε την οργή κατά του «διεφθαρμένου κοινοβουλευτισμού» με καταστροφικές συνέπειες.


Η ρητορική παραμένει ανατριχιαστικά όμοια: «Όλοι ίδιοι είναι», «χρειάζεται ένας να καθαρίσει τον τόπο». Το αποτέλεσμα, ωστόσο, δεν ήταν ποτέ η κάθαρση, αλλά η κατάλυση της ίδιας της Δημοκρατίας και η αντικατάσταση της πολιτικής αντιπαράθεσης από τον απόλυτο σκοταδισμό.


Το Καφενείο ως Πολιτικό Βαρόμετρο


Παρά την κυνικότητά της, η συζήτηση του καφενείου δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αφ’ υψηλού από την πολιτική ελίτ. Αποτελεί το πιο ειλικρινές κοινωνικό βαρόμετρο. Εκεί καταγράφεται η διευρυνόμενη απόσταση ανάμεσα στα κέντρα λήψης αποφάσεων και τη σκληρή καθημερινότητα του πολίτη.


Οι πολιτικοί, εγκλωβισμένοι συχνά σε ένα αποστειρωμένο θεσμικό περιβάλλον, τείνουν να χάνουν τον σφυγμό της κοινωνίας. Η απώλεια αυτής της επαφής δημιουργεί ένα πολιτικό κενό, το οποίο σπεύδουν να καλύψουν οι πιο ακραίες και λαϊκιστικές φωνές, προσφέροντας απλοϊκές λύσεις σε σύνθετα προβλήματα.


Η Επιστροφή στην Ουσιαστική Πολιτική


Δεν είναι τυχαίο ότι στο παρελθόν, πολιτικοί ηγέτες με έντονο κοινωνικό αισθητήριο, όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου, φρόντιζαν να διατηρούν ανοιχτούς διαύλους με τα «λαϊκά στέκια». Ο στόχος δεν ήταν η άκριτη υιοθέτηση της οργής, αλλά η βαθιά κατανόηση των αιτιών της.


Η Δημοκρατία μας δεν κινδυνεύει από την αυστηρή, ακόμη και την άδικη κριτική. Κινδυνεύει από την παραίτηση, την αδιαφορία και την καθολική περιφρόνηση. Η λύση στις παθογένειες του συστήματος δεν είναι να «βουλιάξει το καράβι», αλλά να αναβαθμιστεί η ποιότητα της κυβέρνησής του με πυξίδα την κοινωνική ενσυναίσθηση και την αξιοκρατία.


Αν η πολιτική τάξη συνεχίσει να αγνοεί τους ψιθύρους —ή τα ανέκδοτα— του καφενείου, κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με μια κάλπη που δεν θα αστειεύεται. Γιατί όταν ο διάλογος τελειώνει στο καφενείο, η απόφαση της κάλπης είναι συχνά μη αναστρέψιμη.

6/2/26

Η μακροχρόνια εξουσία και η κρίση της εκπροσώπησης


Η υπόθεση του προέδρου της ΓΣΕΕ, ο οποίος ερευνάται για πιθανό παράνομο πλουτισμό μέσω κονδυλίων που προορίζονταν για προγράμματα της Συνομοσπονδίας, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ζήτημα που υπερβαίνει τη συγκεκριμένη περίπτωση. Ο κ. Παναγόπουλος ηγείται της ΓΣΕΕ επί σειρά δεκαετιών. Το κατά πόσο οι καταγγελίες αποτελούν προϊόν συκοφαντίας, πολιτικής μεθόδευσης ή πραγματικό αδίκημα, είναι ζήτημα που αφορά αποκλειστικά τη Δικαιοσύνη.


Ωστόσο, ανεξάρτητα από την ποινική έκβαση, η υπόθεση αναδεικνύει ένα βαθύτερο και διαχρονικό πρόβλημα, τη δυσλειτουργία των συνδικαλιστικών θεσμών στην Ελλάδα. Η μακροχρόνια παραμονή των ίδιων προσώπων σε ηγετικές θέσεις, χωρίς ουσιαστική ανανέωση, δημιουργεί συνθήκες θεσμικής αδράνειας, περιορισμένης λογοδοσίας και σταδιακής απομάκρυνσης από τη βάση των εργαζομένων.


Η στελεχιακή αγκύλωση, ακόμη και όταν δεν συνοδεύεται από ποινικές ή ηθικές σκιές, αλλοιώνει τη δημοκρατική φυσιογνωμία των οργανώσεων. Καλλιεργεί την αίσθηση κλειστών μηχανισμών εξουσίας, υπονομεύει την εμπιστοσύνη των μελών και τροφοδοτεί τη γενικευμένη απαξίωση της συλλογικής δράσης. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι ατομικό, είναι δομικό.


Το φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται σε ένα πρόσωπο ή έναν φορέα. Αφορά ένα ευρύτερο μοντέλο άσκησης εξουσίας που διαπερνά κόμματα, συνδικάτα και θεσμούς, όπου η ισόβια παραμονή στην ηγεσία λογίζεται ως κανονικότητα. Η απουσία εναλλαγής και η έλλειψη εσωτερικής δημοκρατίας διαρρηγνύουν τη σχέση εκπροσώπησης, οδηγώντας τελικά στην απονομιμοποίηση των ίδιων των οργάνων.


Χωρίς εναλλαγή και λογοδοσία, οι θεσμοί παύουν να εκπροσωπούν την κοινωνία. Απλώς αναπαράγουν τον εαυτό τους.




30/1/26

Από τον Θουκυδίδη στο Νταβός: Η επιστροφή της ισχύος και το τέλος των αυταπατών

Η πρόσφατη ομιλία του Καναδού Πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ στο Νταβός δεν ήταν απλώς μια διπλωματική τοποθέτηση. Ήταν ένα πολιτικοφιλοσοφικό μανιφέστο που συνέτριψε τα τελευταία είδωλα της μεταπολεμικής δυτικής ηγεμονίας. Το μήνυμα ήταν σαφές. Ο κόσμος που νομίζαμε ότι ζούσαμε, ένας κόσμος βασισμένος σε κανόνες, θεσμούς και την αυτορρυθμιζόμενη αγορά έχει ήδη πεθάνει. Βρισκόμαστε στην εποχή της ρήξης, όχι της ομαλής μετάβασης.

Η Θουκυδίδεια Επιστροφή: Όταν η Ηθική συναντά την Πραγματικότητα


Η πιο σημαντική στιγμή της ομιλίας ήταν η επίκληση στον Θουκυδίδη και στην αιώνια αλήθεια του, «οι ισχυροί πράττουν ό,τι τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι αδύναμοι υφίστανται ό,τι τους επιβάλλεται».

Αυτή η αναφορά δεν ήταν ακαδημαϊκό διακοσμητικό στοιχείο. Ήταν μια ρήξη με τον δυτικό ιδεαλισμό των τελευταίων δεκαετιών. Αποτελεί την υπενθύμιση ότι, τελικά, οι διεθνείς σχέσεις δεν οργανώνονται από συνθήκες, αλλά από συσχετισμούς δύναμης. Οι κανόνες υπάρχουν, αλλά ισχύουν μόνο εφόσον εξυπηρετούν ή τουλάχιστον δεν απειλούν τα συμφέροντα εκείνων που έχουν την ισχύ να τους επιβάλουν. Με αυτό, ο Κάρνεϊ παραδέχτηκε δημόσια ότι η ηθική γλώσσα, χωρίς την υλική ισχύ να την υποστηρίξει, είναι συχνά ένας κενός θρήνος.


Το Τέλος της «Ουδέτερης» Οικονομίας και το Μάθημα από τις ΗΠΑ


Η ομιλία κατέρριψε επίσης έναν δεύτερο ισχυρό μύθο, ότι η παγκόσμια οικονομία είναι ένα ουδέτερο πεδίο συνεργασίας. Αντίθετα, τα πάντα έχουν εργαλειοποιηθεί, οι αλυσίδες εφοδιασμού, οι ενεργειακές ροές, τα χρηματοπιστωτικά δίκτυα.

Ο Κάρνεϊ υπήρξε ιδιαίτερα αποκαλυπτικός αναφερόμενος στις πρόσφατες εμπορικές τριβές με τις ΗΠΑ. Η πίεση που δέχτηκε ο Καναδάς σε κρίσιμους τομείς της βιομηχανίας του κατέστησε σαφές ότι ακόμη και οι πιο στενές συμμαχίες δεν είναι απρόσβλητες από την πολιτική της ισχύος. Το εμπόριο δεν είναι πλέον μόνο εμπόριο, αλλά μέσο πίεσης και γεωπολιτικής μάχης.

Αυτή η παραδοχή δικαιολογεί μια νέα στρατηγική, την επιστροφή της κρατικής παρέμβασης και της στρατηγικής βιομηχανικής πολιτικής. Το μήνυμα είναι σαφές, η «αόρατος χείρ» της αγοράς δεν θα μας σώσει. Η εθνική ασφάλεια και η οικονομική ανεξαρτησία είναι πλέον δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος.


«Αν δεν είσαι στο τραπέζι, είσαι στο μενού»


Αυτή η λακωνική φράση αποτελεί τη σύγχρονη μετάφραση της θουκυδίδειας σοφίας. Στον νέο αυτόν κόσμο, η «ουδετερότητα» είναι μια ψευδαίσθηση. Χώρες που δεν παίρνουν ενεργά θέση και δεν συμμετέχουν στη διαμόρφωση των κανόνων, γίνονται αντικείμενα των αποφάσεων άλλων. Γίνονται, κυριολεκτικά, το «μενού».

Το μήνυμα απευθύνεται ιδιαίτερα στις λεγόμενες «μεσαίες δυνάμεις». Δεν αρκεί πλέον να είσαι ένας προβλέψιμος σύμμαχος. Απαιτείται ενεργητική στρατηγική και επιλογή συμμαχιών με βάση τα πραγματικά συμφέροντα, όχι απλώς τις κοινές διακηρύξεις.


Στρατηγική Αυτονομία: Το Νέο Πρωταρχικό Αγαθό


Η στρατηγική αυτονομία που περιέγραψε ο Καναδός Πρωθυπουργός δεν σχετίζεται με τον απομονωτισμό, αλλά με την ίδια την ικανότητα επιβίωσης. Ένα κράτος που εξαρτάται από τρίτους για την ενέργεια, την τροφή (επισιτιστική ασφάλεια) ή τις κρίσιμες τεχνολογίες, είναι ένα κράτος με περιορισμένη κυριαρχία.

Η θουκυδίδεια λογική αποκτά σύγχρονη μορφή. Η ισχύς του 21ου αιώνα είναι πολυδιάστατη. Δεν μετριέται μόνο με όπλα, αλλά με την ενεργειακή, βιομηχανική και τεχνολογική ανεξαρτησία.


Μήνυμα για την Ελλάδα


Για την Ελλάδα, αυτή η ανάλυση αποτελεί καθρέφτισμα της καθημερινότητάς μας. Η Ανατολική Μεσόγειος είναι το τέλειο παράδειγμα ενός χώρου όπου το Διεθνές Δίκαιο συμβιβάζεται καθημερινά με την ωμή ισχύ.

Όποιος πιστεύει ότι οι κανόνες, από μόνοι τους, θα μας προστατεύσουν, αγνοεί τη φύση του διεθνούς συστήματος. Η στρατηγική αυτονομία και η ενίσχυση της παραγωγικής μας βάσης είναι προϋποθέσεις ώστε να μην βρεθούμε εμείς, τελικά, στο «μενού».


Το Τέλος των Αυταπατών


Η αξία της ομιλίας του Κάρνεϊ ήταν στη μετατόπιση της νοοτροπίας. Η παραδοχή ότι η παλιά τάξη δεν θα επιστρέψει είναι οδυνηρή αλλά απελευθερωτική. Μας επιτρέπει να σχεδιάσουμε για τον πραγματικό κόσμο, όχι για εκείνον που θα ευχόμασταν να υπήρχε. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν αυτός ο κόσμος μας αρέσει, αλλά ποιοι θα τον κατανοήσουν εγκαίρως και θα ενεργήσουν αναλόγως.

—————

*Αφορμή για το παρόν άρθρο αποτέλεσε η ομιλία του Καναδού Πρωθυπουργού στην 56η Ετήσια Σύνοδο του WEF, στις 20/01/2026, στο Νταβός.

** “Principled and pragmatic: Canada’s path” – Ομιλία του Πρωθυπουργού Καναδά στο WEF



21/1/26

Η Καμπή της Καρυστιανού: Γιατί η θέση για την άμβλωση άλλαξε το παιχνίδι

Μια κοινωνία που αμφισβητεί τα κεκτημένα, διολισθαίνει αναπόφευκτα στην οπισθοδρόμηση.


Η κριτική που ακολούθησε τις πρόσφατες δηλώσεις της κ. Καρυστιανού δεν ήταν προϊόν πολιτικής εμπάθειας, αλλά απόρροια του ίδιου του περιεχομένου τους. Η προσπάθεια ανασκευής, άλλωστε, δεν βασίστηκε στην αναγνώριση μιας αστοχίας, αλλά στην προσφιλή τακτική της «διαστρέβλωσης». Μετατοπίζοντας την ευθύνη στους δημοσιογράφους και σε μια «φοβισμένη» ελίτ, η ίδια κατέφυγε σε μια δοκιμασμένη συνταγή του συστήματος που υποτίθεται ότι αντιμάχεται.


Η κ. Καρυστιανού εισήλθε στον δημόσιο χώρο ως σύμβολο του αιτήματος για δικαιοσύνη. Όσο ο λόγος της παρέμενε στο πεδίο της ηθικής αγανάκτησης, κατάφερνε να συσπειρώνει ετερόκλητα ακροατήρια. Εκεί βρισκόταν η ισχύς της.


Ωστόσο, οι διαψεύσεις περί πολιτικής καθόδου προσέκρουαν στην πραγματικότητα. Η συστηματική παρέμβασή της σε κάθε πολιτικό ζήτημα, οι γενικεύσεις και οι απόλυτες κρίσεις, δεν παρέπεμπαν σε μια μονοθεματική διεκδίκηση, αλλά σε μια πολιτική φιλοδοξία χωρίς σαφές ιδεολογικό στίγμα.


Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι η ίδια η πολιτική εμπλοκή, αλλά η αποκάλυψη ενός κενού περιεχομένου τη στιγμή που ο λόγος της έγινε συγκεκριμένος.

Η θέση ότι το αναφαίρετο δικαίωμα των γυναικών στην άμβλωση μπορεί να τεθεί σε «διαβούλευση» δεν αποτελεί αφέλεια. Είναι καθαρή πολιτική τοποθέτηση. Ευθυγραμμίζεται πλήρως με τον διεθνή συντηρητικό λόγο που επιχειρεί να μετατρέψει τις καθολικές κατακτήσεις σε αντικείμενο πλειοψηφικής διαπραγμάτευσης.


Τα δικαιώματα δεν αναστέλλονται στο όνομα μιας αφηρημένης «ηθικής». Όταν αυτό συμβαίνει, δεν μιλάμε για πλουραλισμό, αλλά για οπισθοδρόμηση. Και όταν η οπισθοδρόμηση βαφτίζεται «ουδετερότητα», τότε πρόκειται για πολιτική εξαπάτηση.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο λόγος της κ. Καρυστιανού την κατατάσσει αντικειμενικά σε ένα συντηρητικό και εντέλει ακροδεξιό μοτίβο, αμφισβήτηση καθολικών κεκτημένων και επίκληση της πλειοψηφικής ηθικής.


Όσο μιλά συγκεκριμένα, τόσο το έρεισμά της εξασθενεί. Ο προοδευτικός χώρος απομακρύνεται, καθώς γι’ αυτόν η δικαιοσύνη είναι αδιανόητη χωρίς αυτοδιάθεση. Τα δε συντηρητικά στρώματα σπάνια αναζητούν νέους εκφραστές όταν υπάρχουν οι παραδοσιακοί φορείς.


Χωρίς πολιτική επάρκεια και κοινωνικές συμμαχίες, η πολιτική απογύμνωση είναι προδιαγεγραμμένη. Μια πορεία που ξεκίνησε με σημαία τη δικαιοσύνη, κινδυνεύει πλέον να την μετατρέψει σε απλό πρόσχημα.


Στην πολιτική αρένα, όπου ο λόγος έχει ήδη δοκιμαστεί, ο ανταγωνισμός δεν συγχωρεί επικαλύψεις. Όταν οι ίδιες θέσεις εκφέρονται από διαφορετικά πρόσωπα, η σύγκρουση παύει να είναι ζήτημα ιδεών και γίνεται ζήτημα επιβίωσης. 

Ο δρόμος είναι μακρύς και το παιχνίδι σκληρό.