Αρχειοθήκη ιστολογίου

16/4/26

Από το Βιετνάμ στον Τραμπ


 Η επικίνδυνη γοητεία της συλλογικής τιμωρίας


Όταν η πολιτική ρητορική υπόσχεται την «επιστροφή στη λίθινη εποχή», δεν ασκεί απλώς πίεση. Προετοιμάζει το έδαφος για την αποδοχή της ολοκληρωτικής καταστροφής.


Η φράση «να επιστρέψει ένας  λαός στη λίθινη εποχή» δεν είναι απλώς μια υπερβολή της στιγμής. Από τον Curtis LeMay στον πόλεμο του Βιετνάμ έως τις πρόσφατες δηλώσεις του Donald Trump για το Ιράν, η έκφραση αυτή λειτουργεί ως συμπύκνωση μιας βαθύτερης πολιτικής αντίληψης, ότι η ολοκληρωτική καταστροφή μπορεί να αποτελεί θεμιτό εργαλείο πίεσης. Η γλώσσα δεν είναι ουδέτερη. Όταν πολιτικοί ηγέτες μιλούν για τέτοιου είδους επιστροφές, εισάγουν μια λογική ολικής απογύμνωσης ενός λαού από τις υποδομές, την ιστορία και την πολιτισμική του συνέχεια.


Σε αυτό το σημείο, η ιστορική μνήμη είναι αναγκαία. Στο καθεστώς του Adolf Hitler, η έννοια της «συλλογικής ευθύνης» χρησιμοποιήθηκε συστηματικά για να δικαιολογήσει μαζικά αντίποινα. Με βάση αυτήν εκτελούνταν ως «απάντηση» σε πράξεις αντίστασης ολόκληρες κοινότητες και στοχοποιούνταν συλλήβδην Εβραίοι, Ρωμά και ομοφυλόφιλοι, όχι για τις πράξεις τους, αλλά για την ίδια τους την ύπαρξη. *


Το πρόβλημα με τη στάση του Donald Trump δεν είναι μόνο ηθικό, αλλά και λειτουργικό. Η διπλωματία προϋποθέτει συνεχή βήματα αποκλιμάκωσης. Όταν όμως η ρητορική εκκινεί από το απόλυτο και την πλήρη καταστροφή, τότε στερεί από τον ίδιο τον ηγέτη τα ενδιάμεσα εργαλεία. Μια τέτοια στάση δεν ενισχύει την ισχύ, αλλά αντίθετα την εντάσσει στην κλιμάκωση.


Σε έναν κόσμο με όπλα μαζικής καταστροφής, η ηγεσία κρίνεται από το πόσο συνειδητά περιορίζει την ισχύ της. Η επίκληση της «λίθινης εποχής» είναι ένδειξη μιας πολιτικής φαντασίωσης που αδυνατεί να σκεφτεί πέρα από τον όλεθρο. Η ιστορία έχει αποδείξει πως πριν από κάθε μεγάλη καταστροφή, προηγείτο πάντα μια περίοδος όπου η γλώσσα και οι σκέψεις μας είχαν ήδη συνηθίσει στην ιδέα της.


————


*Σημείωση: Η σύγχρονη ρητορική δεν ταυτίζεται βέβαια με τα εγκλήματα του ναζισμού. Αναπαράγει όμως την ίδια επικίνδυνη απλοποίηση, ότι οι κοινωνίες είναι ενιαία, τιμωρήσιμα σώματα.

4/3/26

Το Ηθικό και Στρατηγικό Σύνορο: Από την Εξόντωση στη Συνύπαρξη


Μέση Ανατολή: Όταν ο Πόλεμος Γίνεται «Εξόντωση», η Λύση Χάνεται

​Η πρόσφατη κλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ Ισραήλ, ΗΠΑ και Ιράν φέρνει στην επιφάνεια μια τρομακτική αλλαγή στο σκηνικό: η πολιτική αντιπαράθεση δίνει τη θέση της σε μια τυφλή, υπαρξιακή αναμέτρηση. Πλέον, το ζητούμενο δεν είναι απλώς η νίκη, αλλά η εξαφάνιση του αντιπάλου.

​Όταν όμως ο στόχος γίνεται η «ολική εξάλειψη» του άλλου, το παιχνίδι χάνεται για όλους. Η άρνηση του δικαιώματος του εχθρού να υπάρχει, όχι μόνο δεν φέρνει ασφάλεια, αλλά γκρεμίζει κάθε γέφυρα για το μέλλον.

​Η Παγίδα του Φανατισμού και ο Ρόλος της Τεχεράνης

​Δεν μπορεί να υπάρξει ρεαλιστική ανάλυση αν δεν ονομάσουμε το πρόβλημα στην πηγή του: τον ισλαμοφασισμό του ιρανικού καθεστώτος. Οι Μουλάδες στην Τεχεράνη καταπιέζουν τον ίδιο τους τον λαό και χρησιμοποιούν το μίσος κατά του Ισραήλ ως «κόλλα» για να κρατηθούν στην εξουσία. Αυτή η ιδεολογία της καταστροφής είναι η κύρια αιτία της αστάθειας στην περιοχή.

Απέναντι σε αυτή την απειλή, η αυτοάμυνα είναι καθήκον. Όμως, η ισχύς πρέπει να έχει όρια. Όπως επισημαίνουν κορυφαίοι διεθνολόγοι, η άμυνα νομιμοποιείται μόνο όταν δεν μετατρέπεται σε αυθαιρεσία. Αν ο αμυνόμενος ξεπεράσει το μέτρο, κινδυνεύει να απομονωθεί διπλωματικά.

​Η Εσωτερική Μάχη στο Ισραήλ

​Η ειρήνη, όμως, απαιτεί δύο πλευρές. Για να βρεθεί διέξοδος, πρέπει και στο εσωτερικό του Ισραήλ να ηττηθούν οι ακραίες φωνές. Όσοι αρνούνται στους Παλαιστίνιους το δικαίωμα για ένα δικό τους κράτος, στην πραγματικότητα ναρκοθετούν την ίδια την ασφάλεια του Ισραήλ.

​Η αναγνώριση ενός κυρίαρχου Παλαιστινιακού κράτους δεν είναι «δώρο» ή υποχώρηση. Είναι η μόνη στρατηγική επιλογή που θα αφαιρέσει από το Ιράν και τους συμμάχους του τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν για να συντηρούν τον πόλεμο.

​Η Λύση των Δύο Κρατών: Μονόδρομος για την Επιβίωση

​Η αποδοχή δύο κυρίαρχων κρατών, του Ισραήλ και της Παλαιστίνης, είναι η μόνη λύση όπου όλοι κερδίζουν:

  • Για το Ισραήλ: Σημαίνει οριστική διεθνή αναγνώριση και ασφάλεια.
  • Για τους Παλαιστίνιους: Σημαίνει τέλος στην απόγνωση και απόκτηση δικής τους πατρίδας.
  • Για την περιοχή: Σημαίνει το τέλος της κυριαρχίας των εξτρεμιστών.

​Το Διακύβευμα

​Η μεγαλύτερη πρόκληση σήμερα είναι να πολεμήσεις τον φανατισμό χωρίς να γίνεις σαν αυτόν. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν είναι διαπραγματεύσιμη, ακόμα και μέσα στη φωτιά του πολέμου. Το μήνυμα πρέπει να είναι ξεκάθαρο: Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να εξαφανίσει τον άλλον από τον χάρτη.

__________

Βιβλιογραφικές Αναφορές

Jürgen Habermas, Die Einbeziehung des Anderen.

Εμμανουήλ Ρούκουνας, Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο.

Stiftung Wissenschaft und Politik (SWP)Der Nahostkonflikt: Strategien für μια Zwei-Staaten-Lösung (Berliner Forschungspapiere).

27/2/26

Το "ανέκδοτο" του καφενείου και η σιωπηλή απειλή της απαξίωσης

Σε ένα τυπικό ελληνικό καφενείο, εκεί όπου η πρωινή ιεροτελεστία του καφέ συνοδεύεται παραδοσιακά από την «ανατομία» της επικαιρότητας, ακούστηκε πρόσφατα ένα ιδιότυπο πολιτικό ανέκδοτο: «Αν βουλιάξει ένα καράβι γεμάτο πολιτικούς, ποιος θα σωθεί;». Μετά από μια σύντομη παρέλαση ονομάτων από όλο το πολιτικό φάσμα, η απάντηση δόθηκε με αφοπλιστική κυνικότητα: «Θα σωθεί η Ελλάδα».

Τα γέλια και τα συγκαταβατικά νεύματα των θαμώνων δεν ήταν απλώς μια στιγμή εκτόνωσης. Ήταν η συμπυκνωμένη αποτύπωση μιας επικίνδυνης πολιτικής θέσης: της πεποίθησης ότι το πρόβλημα της χώρας είναι δομικά προσωποποιημένο και ότι η εθνική σωτηρία προϋποθέτει την πλήρη εξαφάνιση του πολιτικού προσωπικού.


Η Ιστορική Παγίδα της Ισοπέδωσης


Αυτή η γενικευμένη καταδίκη, το γνωστό «να φύγουν όλοι», δεν είναι ένα καινοφανές φαινόμενο. Είναι οι τριακόσιες κρεμάλες στη Βουλή που αύξαναν τα ποσοστά της εγκληματικής Οργάνωσης της «Χρυσής Αυγής». Είναι το «λίπασμα» πάνω στο οποίο ιστορικά οικοδομήθηκαν τα πιο αυταρχικά καθεστώτα. Η ιστορική μνήμη μάς υπενθυμίζει πως η ισοπεδωτική απαξίωση των θεσμών στη Γερμανία του Μεσοπολέμου άνοιξε την κερκόπορτα στον εθνικοσοσιαλισμό, ενώ στην Ιταλία, ο Μουσολίνι εργαλειοποίησε την οργή κατά του «διεφθαρμένου κοινοβουλευτισμού» με καταστροφικές συνέπειες.


Η ρητορική παραμένει ανατριχιαστικά όμοια: «Όλοι ίδιοι είναι», «χρειάζεται ένας να καθαρίσει τον τόπο». Το αποτέλεσμα, ωστόσο, δεν ήταν ποτέ η κάθαρση, αλλά η κατάλυση της ίδιας της Δημοκρατίας και η αντικατάσταση της πολιτικής αντιπαράθεσης από τον απόλυτο σκοταδισμό.


Το Καφενείο ως Πολιτικό Βαρόμετρο


Παρά την κυνικότητά της, η συζήτηση του καφενείου δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αφ’ υψηλού από την πολιτική ελίτ. Αποτελεί το πιο ειλικρινές κοινωνικό βαρόμετρο. Εκεί καταγράφεται η διευρυνόμενη απόσταση ανάμεσα στα κέντρα λήψης αποφάσεων και τη σκληρή καθημερινότητα του πολίτη.


Οι πολιτικοί, εγκλωβισμένοι συχνά σε ένα αποστειρωμένο θεσμικό περιβάλλον, τείνουν να χάνουν τον σφυγμό της κοινωνίας. Η απώλεια αυτής της επαφής δημιουργεί ένα πολιτικό κενό, το οποίο σπεύδουν να καλύψουν οι πιο ακραίες και λαϊκιστικές φωνές, προσφέροντας απλοϊκές λύσεις σε σύνθετα προβλήματα.


Η Επιστροφή στην Ουσιαστική Πολιτική


Δεν είναι τυχαίο ότι στο παρελθόν, πολιτικοί ηγέτες με έντονο κοινωνικό αισθητήριο, όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου, φρόντιζαν να διατηρούν ανοιχτούς διαύλους με τα «λαϊκά στέκια». Ο στόχος δεν ήταν η άκριτη υιοθέτηση της οργής, αλλά η βαθιά κατανόηση των αιτιών της.


Η Δημοκρατία μας δεν κινδυνεύει από την αυστηρή, ακόμη και την άδικη κριτική. Κινδυνεύει από την παραίτηση, την αδιαφορία και την καθολική περιφρόνηση. Η λύση στις παθογένειες του συστήματος δεν είναι να «βουλιάξει το καράβι», αλλά να αναβαθμιστεί η ποιότητα της κυβέρνησής του με πυξίδα την κοινωνική ενσυναίσθηση και την αξιοκρατία.


Αν η πολιτική τάξη συνεχίσει να αγνοεί τους ψιθύρους —ή τα ανέκδοτα— του καφενείου, κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με μια κάλπη που δεν θα αστειεύεται. Γιατί όταν ο διάλογος τελειώνει στο καφενείο, η απόφαση της κάλπης είναι συχνά μη αναστρέψιμη.

6/2/26

Η μακροχρόνια εξουσία και η κρίση της εκπροσώπησης


Η υπόθεση του προέδρου της ΓΣΕΕ, ο οποίος ερευνάται για πιθανό παράνομο πλουτισμό μέσω κονδυλίων που προορίζονταν για προγράμματα της Συνομοσπονδίας, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ζήτημα που υπερβαίνει τη συγκεκριμένη περίπτωση. Ο κ. Παναγόπουλος ηγείται της ΓΣΕΕ επί σειρά δεκαετιών. Το κατά πόσο οι καταγγελίες αποτελούν προϊόν συκοφαντίας, πολιτικής μεθόδευσης ή πραγματικό αδίκημα, είναι ζήτημα που αφορά αποκλειστικά τη Δικαιοσύνη.


Ωστόσο, ανεξάρτητα από την ποινική έκβαση, η υπόθεση αναδεικνύει ένα βαθύτερο και διαχρονικό πρόβλημα, τη δυσλειτουργία των συνδικαλιστικών θεσμών στην Ελλάδα. Η μακροχρόνια παραμονή των ίδιων προσώπων σε ηγετικές θέσεις, χωρίς ουσιαστική ανανέωση, δημιουργεί συνθήκες θεσμικής αδράνειας, περιορισμένης λογοδοσίας και σταδιακής απομάκρυνσης από τη βάση των εργαζομένων.


Η στελεχιακή αγκύλωση, ακόμη και όταν δεν συνοδεύεται από ποινικές ή ηθικές σκιές, αλλοιώνει τη δημοκρατική φυσιογνωμία των οργανώσεων. Καλλιεργεί την αίσθηση κλειστών μηχανισμών εξουσίας, υπονομεύει την εμπιστοσύνη των μελών και τροφοδοτεί τη γενικευμένη απαξίωση της συλλογικής δράσης. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι ατομικό, είναι δομικό.


Το φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται σε ένα πρόσωπο ή έναν φορέα. Αφορά ένα ευρύτερο μοντέλο άσκησης εξουσίας που διαπερνά κόμματα, συνδικάτα και θεσμούς, όπου η ισόβια παραμονή στην ηγεσία λογίζεται ως κανονικότητα. Η απουσία εναλλαγής και η έλλειψη εσωτερικής δημοκρατίας διαρρηγνύουν τη σχέση εκπροσώπησης, οδηγώντας τελικά στην απονομιμοποίηση των ίδιων των οργάνων.


Χωρίς εναλλαγή και λογοδοσία, οι θεσμοί παύουν να εκπροσωπούν την κοινωνία. Απλώς αναπαράγουν τον εαυτό τους.