Αρχειοθήκη ιστολογίου

15/1/26

Λαός, Έθνος, Τάξεις και Ιδεολογίες

Από τη φασιστική μισαλλοδοξία έως τη δημοκρατική ηθική της ευθύνης


Το άρθρο επιχειρεί μια συγκριτική ανάλυση τεσσάρων βασικών ιδεολογικών ρευμάτων. Του φασισμού, του κομμουνισμού, του σοσιαλισμού και της αστικής (φιλελεύθερης) δημοκρατίας, ως προς τη στάση τους απέναντι στις έννοιες «λαός», «έθνος», «κοινωνικές τάξεις» και σύγχρονα «μεταναστευτικά και προσφυγικά ρεύματα». Σκοπός είναι να αναδειχθεί ότι κάθε ιδεολογία αποδίδει διαφορετικό περιεχόμενο σε αυτές τις έννοιες, διαμορφώνοντας διαφορετική σχέση ανάμεσα στο άτομο και τη συλλογικότητα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάγκη υπέρβασης των συλλογικών προκαταλήψεων με την έννοια ότι κανένα έθνος, καμία τάξη και καμία θρησκευτική ή πολιτισμική ομάδα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί συλλήβδην ως «καλή» ή «κακή». Η δημοκρατική ηθική της ευθύνης, όπως διατυπώθηκε από στοχαστές όπως ο Habermas και η Arendt, προϋποθέτει την αναγνώριση της ατομικής αξιοπρέπειας και της ηθικής αυτονομίας του ανθρώπου, πέρα από τα ιδεολογικά σχήματα που κατασκευάζουν ταυτότητες και εχθρούς.


1. Εισαγωγή


Οι έννοιες του λαού, του έθνους και των κοινωνικών τάξεων αποτελούν θεμέλια του πολιτικού στοχασμού από τον 19ο αιώνα έως σήμερα. Η ερμηνεία τους όμως διαφέρει ριζικά ανάλογα με το ιδεολογικό πλαίσιο. Άλλο νόημα έχουν στο φασιστικό δόγμα, άλλο στον μαρξισμό, διαφορετικό στον σοσιαλισμό και διαφορετικό στη φιλελεύθερη δημοκρατία. Ο καθορισμός αυτών των εννοιών δεν είναι θεωρητικά ουδέτερος, αποκαλύπτει το πώς κάθε ιδεολογία αντιλαμβάνεται την ανθρώπινη φύση, τη συλλογικότητα, την εξουσία και την ελευθερία.

Το άρθρο αυτό εξετάζει συγκριτικά τα τέσσερα ρεύματα και καταλήγει σε έναν ανθρωπιστικό στοχασμό, ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να εγκλωβιστεί σε συλλογικές ταυτότητες, χωρίς να χάσει την ηθική του υπόσταση.


2. Ιδεολογικές αναπαραστάσεις του “λαού”, του “έθνους” και της “τάξης”


Η πολιτική θεωρία του 20ού αιώνα ανέδειξε τον «λαό» ως κεντρικό υποκείμενο της ιστορίας, αλλά κάθε ιδεολογία τον ορίζει διαφορετικά. Ο Benedict Anderson (1983) περιγράφει το έθνος ως «φαντασιακή κοινότητα», δηλαδή ως αφήγηση που δημιουργεί συνοχή ανάμεσα σε ανθρώπους που ποτέ δεν θα γνωριστούν μεταξύ τους. Αντίστοιχα, ο Gramsci (1930) βλέπει τον λαό ως κοινωνικό σύνολο που αποκτά πολιτική συνείδηση μέσα από την ηγεμονία των ιδεών. Ο Habermas (1992) τονίζει ότι η δημοκρατική κοινωνία δεν θεμελιώνεται σε φυλετικούς ή πολιτισμικούς δεσμούς, αλλά σε διαδικασίες διαλόγου και συμμετοχής.

Από την άλλη, ο φασισμός και ο κομμουνισμός αντιπροσωπεύουν δύο άκρα. Ο πρώτος θεοποιεί το έθνος, ο δεύτερος την τάξη. Και στις δύο περιπτώσεις, το άτομο υποτάσσεται σε μια συλλογική ολότητα που ορίζεται ως απόλυτη και αδιαμφισβήτητη.


3. Ο φασισμός: το μίσος του διαφορετικού και η λατρεία της ιεραρχίας


Ο φασισμός, όπως αναπτύχθηκε στην Ιταλία και στη Γερμανία του Μεσοπολέμου, αποτελεί μορφή πολιτικής θεολογίας που απορρίπτει τον ορθολογισμό και τη δημοκρατία. Το έθνος παρουσιάζεται ως ζωντανός οργανισμός, ενιαίος και «καθαρός», ενώ ο αρχηγός (Duce, Führer) εμφανίζεται ως η ενσάρκωση της συλλογικής βούλησης.

Η Hannah Arendt (1951) επισημαίνει ότι ο ολοκληρωτισμός γεννιέται όταν οι άνθρωποι παύουν να σκέφτονται ως άτομα και μετατρέπονται σε μάζα. Στον φασισμό, ο «λαός» δεν έχει δικαίωμα στην κριτική, υπάρχει μόνο για να υπακούει. Τα έθνη, εκτός του «δικού μας», θεωρούνται εχθρικά, απειλές προς εξάλειψη. Η ταξική διαφοροποίηση καταργείται ως «αντεθνική», ενώ η κοινωνική ανισότητα νομιμοποιείται στο όνομα της πειθαρχίας και της ανωτερότητας.

Η φασιστική ιδεολογία, ενώ επικαλείται την ενότητα, στην ουσία οικοδομεί μια πολιτική μισαλλοδοξίας, όπου το μίσος για τον άλλο γίνεται συνεκτικός δεσμός της κοινότητας.


4. Ο κομμουνισμός: η αγιοποίηση της εργατικής τάξης


Ο μαρξισμός ερμηνεύει την ιστορία ως πορεία σύγκρουσης ανάμεσα σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους. Ο κομμουνισμός, όπως εφαρμόστηκε ιστορικά, μετέτρεψε αυτή την ανάλυση σε δόγμα. Η εργατική τάξη θεωρήθηκε συλλογικά φορέας της ιστορικής δικαιοσύνης.

Η «αγιοποίηση» της τάξης όμως κρύβει έναν νέο κίνδυνο. Όταν μια κοινωνική κατηγορία αναγορεύεται σε «ηθικά ανώτερη», τότε κάθε διαφωνία μπορεί να εκληφθεί ως προδοσία. Η εμπειρία των ολοκληρωτικών καθεστώτων του 20ού αιώνα έδειξε ότι ο ταξικός διεθνισμός συχνά μετατράπηκε σε κρατικό δογματισμό.

Ο κομμουνισμός εμπνέεται από το όραμα της ισότητας και της κατάργησης της εκμετάλλευσης, αλλά, όπως σημειώνει ο Habermas, «η χειραφέτηση χωρίς δημόσιο διάλογο καταλήγει σε νέο αυταρχισμό» (Habermas, 1984).


5. Ο σοσιαλισμός και η αναζήτηση κοινωνικής δικαιοσύνης


Ο σοσιαλισμός επιχειρεί να συνδυάσει τον κοινωνικό ανθρωπισμό του μαρξισμού με τη δημοκρατική νομιμότητα του φιλελευθερισμού. Ο λαός εδώ δεν είναι τάξη ούτε μάζα, αλλά σύνολο πολιτών με ίσα δικαιώματα και ευθύνες.

Η σοσιαλδημοκρατική παράδοση, όπως την ανέπτυξαν θεωρητικοί από τον Bernstein έως τον Giddens, υποστηρίζει ότι η κοινωνική ανισότητα μπορεί να μειωθεί μέσω θεσμών αναδιανομής, δημόσιας εκπαίδευσης, συλλογικής διαπραγμάτευσης και κοινωνικού κράτους.

Σε αντίθεση με τον κομμουνισμό, δεν επιδιώκει την κατάργηση των τάξεων, αλλά την ειρηνική εξισορρόπησή τους. Το έθνος αντιμετωπίζεται ως πολιτισμική κοινότητα με δικαίωμα αυτοδιάθεσης, αλλά όχι ως εργαλείο αποκλεισμού ή κυριαρχίας. Ο σοσιαλισμός προτείνει έτσι ένα πλαίσιο κοινωνικής δικαιοσύνης και δημοκρατικής αλληλεγγύης, χωρίς απόλυτες βεβαιότητες.


6. Η αστική δημοκρατία και τα όρια του φιλελευθερισμού


Η φιλελεύθερη δημοκρατία θεμελιώνεται στην ατομική ελευθερία, την ισότητα ενώπιον του νόμου και την αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση. Ο λαός νοείται ως πολιτικό σώμα πολιτών και όχι ως ενιαία ιδεολογική ή φυλετική οντότητα.

Ωστόσο, ο φιλελευθερισμός, όπως επισημαίνει ο Piketty (2019), συχνά αποτυγχάνει να αντιμετωπίσει τις βαθιές κοινωνικές ανισότητες που δημιουργεί η αγορά. Ενώ αναγνωρίζει την ισότητα των δικαιωμάτων, δεν εξασφαλίζει την ισότητα των ευκαιριών.

Η δημοκρατία κινδυνεύει έτσι να μετατραπεί σε τυπικό καθεστώς χωρίς ουσιαστική κοινωνική βάση, ιδίως όταν η οικονομική εξουσία συγκεντρώνεται και η πολιτική γίνεται προνόμιο των ισχυρών. Η ηθική της φιλελεύθερης κοινωνίας χρειάζεται, επομένως, διαρκή επανανοηματοδότηση.


7. Το σύγχρονο μεταναστευτικό και προσφυγικό φαινόμενο. Ιδεολογικές και ηθικές προσεγγίσεις


Το μεταναστευτικό ζήτημα του 21ου αιώνα αποτελεί καθρέφτη των ιδεολογικών μας αντιφάσεων. Ο φασισμός το ερμηνεύει ως «εισβολή» που απειλεί την καθαρότητα του έθνους και τη σταθερότητα του κοινωνικού σώματος. Ο κομμουνισμός το προσεγγίζει ως συνέπεια των παγκόσμιων ανισοτήτων και της εκμετάλλευσης της εργασίας από τον καπιταλισμό. Ο σοσιαλισμός επιχειρεί να συνδυάσει την κοινωνική αλληλεγγύη με τη διαχείριση των πραγματικών αναγκών των κοινωνιών υποδοχής. Η φιλελεύθερη δημοκρατία, αν και θεμελιώνεται στην καθολικότητα των δικαιωμάτων, συχνά υποκύπτει στις πιέσεις του φόβου, της ξενοφοβίας και του λαϊκισμού. Η μεταναστευτική εμπειρία αποκαλύπτει το βαθύτερο ηθικό ερώτημα. Πώς αντιδρούμε απέναντι στον «άλλον» όταν παύει να είναι αφηρημένη έννοια και γίνεται ο γείτονάς μας. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα καθορίζει όχι μόνο την ποιότητα της δημοκρατίας, αλλά και το μέτρο του ανθρωπισμού μας.


8. Ηθική ατομικότητα και υπέρβαση των συλλογικών προκαταλήψεων


Στο σημείο αυτό ανακύπτει το ουσιώδες ζήτημα: είναι δυνατόν να αποδίδουμε ηθικά χαρακτηριστικά σε συλλογικότητες;

Η ιστορία και η εμπειρία δείχνουν το αντίθετο. Μέσα σε κάθε έθνος, τάξη ή θρησκευτική κοινότητα συνυπάρχουν άνθρωποι αγαθοί και φαύλοι, δίκαιοι και άδικοι. Η γενίκευση, ότι «οι Τούρκοι είναι κακοί», «οι Εβραίοι πονηροί», «οι εργάτες αγνοί» ή «οι αστοί εκμεταλλευτές», αποτελεί ιδεολογική πλάνη που οδηγεί στην ηθική τύφλωση.

Ο Habermas υποστηρίζει ότι η αληθινή δημοκρατία θεμελιώνεται στη διαλογική λογική, στη δυνατότητα δηλαδή του κάθε ανθρώπου να εκφράσει τον λόγο του ισότιμα. Η Arendt, από την πλευρά της, μιλά για την «ευθύνη του να σκεφτόμαστε», δηλαδή να μην αποδεχόμαστε άκριτα τις ταυτότητες που μας επιβάλλουν οι ιδεολογίες.

Η αναγνώριση της ατομικής αξιοπρέπειας και η ηθική αυτονομία αποτελούν τις βάσεις μιας δημοκρατικής κοινωνίας που υπερβαίνει τα στερεότυπα. Ο άνθρωπος δεν είναι αντιπρόσωπος της φυλής, της τάξης ή της θρησκείας του, αλλά φορέας συνείδησης και ευθύνης.

Όπως απέδειξαν ιστορικά γεγονότα σε εποχές πολέμου και προσφυγιάς, η αλληλεγγύη και η ανθρωπιά αναδύονται εκεί όπου οι άνθρωποι αρνούνται να βλέπουν τους άλλους μέσα από το φίλτρο της συλλογικής ενοχοποίησης. Οι «απλοί άνθρωποι» είναι αυτοί που συχνά υπερβαίνουν τις διαχωριστικές γραμμές, αποδεικνύοντας ότι η ηθική δεν ανήκει σε καμία ιδεολογία.


9. Συμπεράσματα


Η συγκριτική ανάλυση των τεσσάρων ιδεολογιών δείχνει ότι κάθε σύστημα ιδεών προσπαθεί να ορίσει τον «λαό» και το «έθνος» με τρόπο που να νομιμοποιεί τη δική του μορφή εξουσίας.

Ο φασισμός οικοδομεί την ενότητα μέσω του φόβου και του αποκλεισμού. Ο κομμουνισμός μέσω της ταξικής ομοιογένειας. Ο σοσιαλισμός μέσω της κοινωνικής αλληλεγγύης και η φιλελεύθερη δημοκρατία μέσω των δικαιωμάτων του ατόμου.

Καμία από αυτές τις προσεγγίσεις δεν είναι απόλυτα επαρκής, αν δεν συνοδεύεται από ηθική ευθύνη και κριτική συνείδηση. Ο λαός δεν είναι έννοια στατική ούτε θεοποιημένο σύνολο. Είναι οι άνθρωποι που στοχάζονται, ενεργούν και συνυπάρχουν.

Σε μια εποχή όπου οι ταυτότητες επιστρέφουν ως πεδία σύγκρουσης, εθνικές, θρησκευτικές και ταξικές, το ζητούμενο δεν είναι να αρνηθούμε τη συλλογικότητα, αλλά να την ανθρωποποιήσουμε.

Η δημοκρατία, για να επιβιώσει, χρειάζεται πολίτες που δεν θα κρίνουν συλλογικά, αλλά θα σκέφτονται υπεύθυνα και θα δρουν ανθρώπινα.


————

Βιβλιογραφία

  • Anderson, B. (1983). Imagined Communities: Reflections on the Origin and Spread of Nationalism. London: Verso.
  • Arendt, H. (1951). The Origins of Totalitarianism. New York: Harcourt.
  • Gramsci, A. (1971). Selections from the Prison Notebooks. New York: International Publishers.
  • Habermas, J. (1984). The Theory of Communicative Action. Boston: Beacon Press.
  • Habermas, J. (1992). Faktizität und Geltung. Frankfurt am Main: Suhrkamp.
  • Piketty, T. (2019). Capital et Idéologie. Paris: Seuil.
  • Giddens, A. (1998). The Third Way: The Renewal of Social Democracy. Cambridge: Polity Press

13/1/26

Πώς η πολιτικοποίηση επηρεάζει τον αγώνα των γονιών των θυμάτων των Τεμπών

Η τραγωδία των Τεμπών συγκλόνισε την Ελλάδα και οδήγησε στη δημιουργία ενός ευρέως κοινωνικού κινήματος, με πρωτοβουλία των γονιών των θυμάτων, που στόχο είχε τη διαλεύκανση της υπόθεσης, την απόδοση ευθυνών και την απονομή δικαιοσύνης. Το κίνημα αυτό, χάρη στην καθολική του βάση, αγκάλιασε πολίτες από όλους τους πολιτικούς χώρους, συγκεντρώνοντας την υποστήριξη εκατομμυρίων ανθρώπων.

Η σημασία της ανεξαρτησίας του κινήματος


Η δύναμη του κινήματος δεν στηριζόταν μόνο στο μέγεθος των συμμετεχόντων, αλλά και στην ενότητά του και στον καθαρά κοινωνικό χαρακτήρα του αγώνα. Ο κύριος στόχος, η δικαστική διερεύνηση και η απονομή δικαιοσύνης ήταν πάνω από κομματικές σκοπιμότητες και προσωπικές φιλοδοξίες. Η ευρεία αποδοχή του από όλους τους πολίτες δημιουργούσε ηθική πίεση προς τις αρχές και τα θεσμικά όργανα.


Η επίδραση της πολιτικοποίησης


Με την ανακοίνωση της δημιουργίας νέου κόμματος από την Μαρία Καρυστιανού, η συζήτηση γύρω από την υπόθεση άλλαξε άρδην. Η πολιτικοποίηση μετέφερε την ατζέντα από την ουσιαστική διερεύνηση και τη δικαστική δράση σε κομματικά ζητήματα και πολιτική στρατηγική. Αυτό είχε άμεσες συνέπειες:

  1. Διχασμός της κοινωνικής βάσης: Οι πολίτες που συμμετείχαν στο κίνημα, είτε είχαν κομματικές δεσμεύσεις, είτε όχι, ένιωσαν ότι πλέον δεν εκπροσωπούνται. Ο ευρύς και διακομματικός χαρακτήρας του κινήματος αποδυναμώθηκε.
  2. Αποπροσανατολισμός από τον κοινό στόχο: Η συζήτηση εστιάστηκε πλέον στο ποιο κόμμα θα προωθήσει την υπόθεση και λιγότερο στο πώς θα αποδοθούν οι ευθύνες.
  3. Μείωση ηθικής πίεσης: Η δύναμη του κινήματος ως καθαρά κοινωνικού, ανεξάρτητου φορέα πίεσης προς τις αρχές μειώνεται όταν μετατρέπεται σε πολιτικό όχημα.
  4. Απόσπαση προσοχής και πόρων: Η διαχείριση ενός κόμματος απαιτεί χρόνο, ενέργεια και επικοινωνιακή στρατηγική, που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν στην ουσιαστική διερεύνηση των γεγονότων.

Οπτική απεικόνιση της μετατόπισης


Στο διάγραμμα φαίνεται καθαρά πώς η πολιτικοποίηση μετατοπίζει το κίνημα από τον αρχικό κοινό στόχο (διαλεύκανση, ενότητα, μαζική στήριξη) σε κομματικά ζητήματα, με αποτέλεσμα τη μείωση της πίεσης για δικαιοσύνη.



Το δίλημμα: Κατανόηση ή πολιτική ευκαιρία;


Το αυτονόητο ότι η δημιουργία κόμματος θα μειώσει τη δυναμική που είχε το κίνημα των Τεμπών, θα το διασπάσει και ένα μικρό κομμάτι, αποδυναμωμένο, θα εγκλωβιστεί σε ένα κομματικό μηχανισμό είναι άραγε κατανοητό από την κυρία Καρυστιανού;


Από τις δηλώσεις και την κίνησή της φαίνεται ότι η ίδια βλέπει την πρωτοβουλία της,  είτε ως 

  1. Μια προσπάθεια ενίσχυσης της φωνής του κινήματος μέσα από πολιτική πλατφόρμα, πιστεύοντας ότι η κοινωνική βάση θα παραμείνει ενωμένη και η δράση θα συνυπάρξει με τον αρχικό στόχο της διαλεύκανσης, χωρίς να συνειδητοποιεί πλήρως τους κινδύνους διάσπασης. Είτε ως 
  2. Μια στρατηγική πολιτική αλλαγή πλεύσης, όπου η δημιουργία κόμματος λειτουργεί ως ευκαιρία για πολιτική αναρρίχηση και προβολή, ανεξάρτητα από το αν μέρος της κοινωνικής δυναμικής αποδυναμωθεί.


Το δίλημμα αυτό ενισχύει το συμπέρασμα ότι η πολιτικοποίηση κινδυνεύει να αποδυναμώσει τον αγώνα των γονιών, ακόμα και αν η πρόθεση είναι να τον ενισχύσει μέσω κοινοβουλευτικής ή πολιτικής πλατφόρμας. Η ενότητα και η καθαρά κοινωνική βάση παραμένουν οι πραγματικές δυνάμεις που ώθησαν τον αγώνα μέχρι σήμερα.


Συμπέρασμα


Η εμπλοκή της πολιτικής δεν είναι από τη φύση της αρνητική. Μπορεί μεν να προσφέρει προβολή και πλατφόρμα, ωστόσο, στην περίπτωση των Τεμπών, όπου η υπόθεση ήδη βρισκόταν στο κοινοβουλευτικό και δημόσιο προσκήνιο, η δημιουργία νέου κόμματος δεν προσθέτει ουσιαστικά περισσότερη πίεση για δικαιοσύνη και κινδυνεύει να αποδυναμώσει τον αγώνα των γονιών.


Η ενότητα, η ανεξαρτησία και η καθαρή κοινωνική βάση ήταν οι πραγματικές δυνάμεις που ώθησαν τον αγώνα μέχρι σήμερα. Κάθε μετατόπιση της ατζέντας σε κομματικά πλαίσια, όσο ελπιδοφόρο και αν φαίνεται επικοινωνιακά, θα αλλοιώσει τον ουσιαστικό στόχο, τη διαλεύκανση της υπόθεσης και την απονομή δικαιοσύνης.

10/1/26

Η συμφωνία ΕΕ–MERCOSUR και τα όρια της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης

Εμπόριο, αγροτικές αντιδράσεις και η κοινωνική πρόκληση για την Ευρώπη

Τι είναι η συμφωνία ΕΕ–MERCOSUR και γιατί μας αφορά;

Η συμφωνία ΕΕ–MERCOSUR αποτελεί μια από τις πιο φιλόδοξες εμπορικές πρωτοβουλίες παγκοσμίως, συνδέοντας την Ευρωπαϊκή Ένωση με τη Βραζιλία, την Αργεντινή, την Ουρουγουάη και την Παραγουάη. Προβλέπει τη σταδιακή κατάργηση δασμών και εμπορικών φραγμών, κυρίως σε βιομηχανικά και αγροτικά προϊόντα.

Για την ΕΕ, η συμφωνία αποτελεί στρατηγικό πυλώνα γεωπολιτικής ισχύος και διαφοροποίησης των αλυσίδων εφοδιασμού. Ωστόσο, για τον αγροτικό κόσμο και τις τοπικές κοινωνίες, το εγχείρημα εγείρει κρίσιμα ερωτήματα: Ποιος ωφελείται τελικά από το ελεύθερο εμπόριο και ποιο είναι το κόστος της κοινωνικής συνοχής; Το διακύβευμα δεν είναι η απομόνωση, αλλά οι όροι της συμμετοχής μας στον παγκόσμιο χάρτη.

1. Παγκοσμιοποίηση και κοινωνικές ανισορροπίες

Οι σύγχρονες εμπορικές συμφωνίες δεν είναι απλές τεχνικές ρυθμίσεις, είναι εργαλεία που αναδιατάσσουν σχέσεις ισχύος και κοινωνικές ισορροπίες. Η παγκοσμιοποίηση αύξησε μεν τον συνολικό πλούτο, αλλά ταυτόχρονα βάθυνε το χάσμα των ανισοτήτων, τόσο μεταξύ κρατών όσο και στο εσωτερικό τους.

Η ιστορική εμπειρία της σοσιαλδημοκρατίας διδάσκει ότι το ελεύθερο εμπόριο είναι κοινωνικά αποδεκτό μόνο όταν συνοδεύεται από ισχυρούς μηχανισμούς αναδιανομής, προστασία της εργασίας και δημόσιες πολιτικές. Χωρίς αυτά τα αντισταθμίσματα, το κόστος της προσαρμογής μετακυλίεται δυσανάλογα στους ώμους των πιο αδύναμων.

2. Η δομική αντίφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Η ΕΕ αποτελεί το πιο προηγμένο πείραμα οικονομικής ολοκλήρωσης, όμως χαρακτηρίζεται από μια εγγενή ασυμμετρία. Η ενοποίηση των αγορών προχωρά με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα από την κοινωνική και δημοσιονομική σύγκλιση.

Από σοσιαλδημοκρατική σκοπιά, η συμφωνία με τη MERCOSUR αποκαλύπτει αυτό ακριβώς το έλλειμμα. Η ΕΕ κινδυνεύει να λειτουργεί πρωτίστως ως μια ένωση αγορών αντί για μια πλήρη κοινωνική ένωση. Η MERCOSUR αναδεικνύει αυτή την παθογένεια, καθώς διευρύνει τον ανταγωνισμό χωρίς να εξασφαλίζει επαρκή προστασία για όσους πλήττονται από τη νέα οικονομική πραγματικότητα.

3. Αγροτικές κινητοποιήσεις: Σύμπτωμα, όχι παρεξήγηση

Οι πρόσφατες αγροτικές κινητοποιήσεις στην Ευρώπη δεν αποτελούν άρνηση της προόδου ή της πράσινης μετάβασης. Είναι μια αντίδραση σε έναν αθέμιτο ανταγωνισμό. Οι Ευρωπαίοι παραγωγοί καλούνται να τηρήσουν αυστηρά περιβαλλοντικά και εργασιακά πρότυπα, ενώ την ίδια στιγμή η αγορά ανοίγει σε προϊόντα τρίτων χωρών που παράγονται με πολύ χαμηλότερα στάνταρ.

> Η κοινωνική συναίνεση υπονομεύεται όταν το κόστος της προσαρμογής επιβαρύνει μονομερώς  συγκεκριμένες ομάδες. Καμία μεταρρύθμιση –εμπορική ή περιβαλλοντική– δεν μπορεί να είναι βιώσιμη χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη.

4. Η ελληνική διάσταση: Περιφέρεια, ευαλωτότητα και ο κίνδυνος για την παραγωγή

Για την Ελλάδα, το ζήτημα αγγίζει τον πυρήνα της εθνικής οικονομίας. Η ελληνική αγροτική παραγωγή, βασισμένη σε μικρομεσαίες εκμεταλλεύσεις με υψηλό κόστος παραγωγής, αδυνατεί να ανταγωνιστεί τις οικονομίες κλίμακας της Λατινικής Αμερικής.

Η συμφωνία δημιουργεί άμεσους κινδύνους σε ευαίσθητους τομείς

 * Κτηνοτροφία (Βόειο Κρέας): Η αθρόα εισαγωγή προϊόντων χαμηλού κόστους απειλεί την επιβίωση των Ελλήνων κτηνοτρόφων.

 * Πουλερικά και Ζάχαρη: Τομείς που ήδη πιέζονται, θα βρεθούν αντιμέτωποι με συνθήκες ασφυξίας.

 * Προστασία ΠΟΠ: Η κατοχύρωση εμβληματικών προϊόντων, όπως η Φέτα, στις αγορές της MERCOSUR παραμένει ένα κρίσιμο ερωτηματικό.

Αυτή η πίεση δεν απειλεί μόνο τα εισοδήματα, αλλά επιταχύνει τη δημογραφική αποψίλωση της ελληνικής υπαίθρου και βαθαίνει τις περιφερειακές ανισότητες. Μια σοσιαλδημοκρατική θέση απαιτεί ενεργή διαπραγμάτευση για τη θέσπιση «ρητρών καθρέφτη» (mirror clauses), ώστε κάθε εισαγόμενο προϊόν να τηρεί τις ίδιες ακριβώς προδιαγραφές με τα δικά μας.

5. Συμπέρασμα: Ολοκλήρωση με κοινωνικούς όρους ή κοινωνική αποδιάρθρωση;

Η συμφωνία ΕΕ–MERCOSUR λειτουργεί ως καθρέφτης της ευρωπαϊκής πορείας. Η Ευρώπη καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε δύο δρόμους:

 * Μια ολοκλήρωση που περιορίζεται στη διεύρυνση των αγορών.

 * Μια ολοκλήρωση που ενσωματώνει την κοινωνική προστασία και τη δίκαιη κατανομή των βαρών.

Η σοσιαλδημοκρατική απάντηση δεν απορρίπτει το εμπόριο, αλλά του θέτει όρια. Το εμπόριο είναι μέσο για την ευημερία, όχι αυτοσκοπός. Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι «περισσότερη ή λιγότερη Ευρώπη», αλλά μια Ευρώπη που υπηρετεί τις ανάγκες των πολιτών της και προστατεύει την κοινωνική της βάση.

__________

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Ελληνική

  • Τσούκαλης, Λ., Τι φταίει με την Ευρώπη;, Πόλις
  • Μαυρουδέας, Σ., Πολιτική Οικονομία της ΕΕ, Τόπος
  • ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, Ετήσιες Εκθέσεις
  • Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (Γραφείο Ελλάδας), εκθέσεις για MERCOSUR
  • ΓΕΩΤ.Ε.Ε., παρεμβάσεις για αγροτική πολιτική

Γερμανική

  • Habermas, J., Zur Verfassung Europas, Suhrkamp
  • Streeck, W., Gekaufte Zeit, Suhrkamp
  • Heinrich-Böll-Stiftung, αναλύσεις για EU–MERCOSUR
  • Bundeszentrale für politische Bildung (bpb), EU-Handelspolitik



9/1/26

Από το πένθος στην πολιτική: Η υπόθεση Καρυστιανού και οι αναταράξεις του συστήματος

Η Καρυστιανού αναδείχθηκε αρχικά στη δημόσια σφαίρα ως η πενθούσα μητέρα που ξεκίνησε έναν αγώνα δικαίωσης, όχι μόνο για τον άδικο χαμό της κόρης της, αλλά και για όλα τα θύματα μιας ανείπωτης τραγωδίας που συγκλόνισε τη χώρα. Ο αγώνας αυτός απέκτησε γρήγορα ευρύτερη κοινωνική διάσταση, λειτουργώντας ως ένας μοχλός κοινωνικής αποδιαμεσολάβησης, καθώς αγκαλιάστηκε από το σύνολο σχεδόν της κοινωνίας, υπερβαίνοντας τις παραδοσιακές κομματικές γραμμές.

Η λαϊκή απαίτηση για άμεση, σε βάθος και αμερόληπτη διερεύνηση των ευθυνών άσκησε ισχυρή πίεση στο πολιτικό σύστημα. Η κυβέρνηση βρέθηκε στο επίκεντρο της κριτικής, ενώ τμήματα της αντιπολίτευσης επιχείρησαν να κεφαλαιοποιήσουν πολιτικά τη λαϊκή αγανάκτηση. Σε αυτό το πλαίσιο, η απαξίωση δεν περιορίστηκε στην εκτελεστική εξουσία. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, η Βουλή και η Δικαιοσύνη βρέθηκαν στο στόχαστρο μιας γενικευμένης δημοκρατικής αποσύνδεσης (democratic disconnect). Η συσσωρευμένη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς λειτούργησε ως καταλύτης μιας συνολικής κρίσης εμπιστοσύνης.


Σταδιακά έγινε φανερό ότι ο αγώνας αυτός μετακινείτο από το πεδίο της ηθικής διεκδίκησης στο πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Πρόκειται για μια κρίσιμη μετάβαση από τη συγκινησιακή στη θεσμική σφαίρα. Όσο το αίτημα παρέμενε ηθικό, η αποδοχή ήταν καθολική. Με την είσοδο στην πολιτική αρένα, η «ιερότητα» του προσώπου υποχωρεί μπροστά στην αναγκαιότητα του πολιτικού ελέγχου.


Σήμερα, το τοπίο ξεκαθαρίζει με την πρόθεση ίδρυσης ενός κόμματος που αυτοπροσδιορίζεται ως «έξω από ιδεολογίες». Στην πολιτική επιστήμη, αυτή η συγκρητιστική προσέγγιση (syncretic politics) συχνά εργαλειοποιεί την «κοινή λογική» για να καλύψει το κενό εκπροσώπησης. Από το σημείο αυτό και έπειτα, η Καρυστιανού παύει αναπόφευκτα να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ηθικό σύμβολο και μετατρέπεται σε πολιτικό υποκείμενο, το οποίο θα κριθεί με καθαρά πολιτικά κριτήρια.


Το να πολιτευτεί αποτελεί αδιαμφισβήτητο δημοκρατικό δικαίωμά της. Ωστόσο, η άσκηση αυτού του δικαιώματος δεν συνεπάγεται τη διατήρηση ενός ηθικού πλεονεκτήματος εσαεί. Η πολιτική δεν λειτουργεί με όρους συναισθηματικής ταύτισης, αλλά με βάση προγράμματα και συμμαχίες.


Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι μορφώματα που ισχυρίστηκαν ότι βρίσκονται «πέρα» από τις ιδεολογίες σπανίως υπήρξαν ουδέτερα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η αντισυστημική ρητορική και η απαξίωση των θεσμών αποτέλεσαν προθάλαμο για τη διολίσθηση προς την εθνικιστική Δεξιά ή τον αυταρχισμό. Η μετάβαση αυτή θα επικυρωθεί όταν οι «σοφοί» του νέου φορέα παρουσιάσουν συγκεκριμένες θέσεις. Τότε θα φανεί αν το εγχείρημα εγγράφεται σε ένα δημοκρατικό πλαίσιο ή αν απλώς επενδύει στον λαϊκισμό της οργής.


Η ίδρυση ενός τέτοιου κόμματος θα ανακατέψει το ήδη εύθραυστο πολιτικό σκηνικό. Εκείνοι που τελικά θα υποστούν τις συνέπειες δεν θα είναι τόσο οι παραδοσιακοί πολιτικοί αντίπαλοι, όσο, όσοι αρνήθηκαν να δουν έγκαιρα τη μεταβολή του πένθους σε πολιτικό σχέδιο. Σε αυτή τη νέα φάση, η κριτική δεν είναι απλώς θεμιτή, είναι η μόνη δημοκρατική εγγύηση.