Αρχειοθήκη ιστολογίου

21/4/26

Ο μύθος του “αναμορφωτή” Παπαδόπουλου

Η 21η Απριλίου 1967 δεν είναι απλώς μια ημερομηνία. Είναι ένα τραύμα στη συλλογική μνήμη. Εκείνο το ξημέρωμα, με το πραξικόπημα της Χούντας των Συνταγματαρχών, η δημοκρατία στην Ελλάδα καταλύθηκε βίαια. Συλλήψεις, εξορίες, βασανιστήρια, λογοκρισία. Μια ολόκληρη κοινωνία μπήκε στον γύψο.
Πρωταγωνιστές εκείνης της εκτροπής ήταν μορφές όπως ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, που επέβαλαν ένα καθεστώς φόβου και σιωπής. Κι όμως, μέσα σε εκείνη τη σκοτεινή περίοδο, υπήρξαν και οι αντιστάσεις με κορυφαία στιγμή την Εξέγερση του Πολυτεχνείου, που έδειξε ότι η δίψα για ελευθερία δεν καταπνίγεται.
Η μνήμη αυτής της μέρας δεν είναι τυπική επέτειος. Είναι υπενθύμιση: η δημοκρατία δεν είναι δεδομένη. Χρειάζεται εγρήγορση, συμμετοχή και θάρρος για να διατηρηθεί.

Οι δοσίλογοι της Κατοχής και η κληρονομιά της υποτέλειας.

Τα τελευταία χρόνια, μια συστηματική προσπάθεια επιχειρεί να εξωραΐσει το καθεστώς της 21ης Απριλίου και να παρουσιάσει τον Γεώργιο Παπαδόπουλο ως “αναμορφωτή”, “πατριώτη” ή “ηγέτη που έβαλε τάξη”. Πρόκειται για επικίνδυνη διαστρέβλωση της ιστορίας, που δεν αφορά μόνο την Κυπριακή Τραγωδία που βαραίνει το καθεστώς, αλλά και τις σκοτεινές του ρίζες. Ρίζες που φτάνουν πίσω στα χρόνια της Κατοχής, όταν πολλοί από τους μετέπειτα “εθνοσωτήρες” υπηρέτησαν τον γερμανό κατακτητή, ενώ άλλοι Έλληνες πολεμούσαν και πέθαιναν για την ελευθερία.


Το 1941, οι Γερμανοί διόρισαν στην Ελλάδα διοικητές της Ειδικής Ασφάλειας πρόθυμους συνεργάτες. Ανάμεσά τους, ο συνταγματάρχης Αλέξανδρος Λάμπου και ο Νικόλαος Κουρκουλάκος, αξιωματικός του ελληνικού στρατού που προσχώρησε στους ναζί¹. Στην Πάτρα, όπου υπηρέτησε τότε ο νεαρός Γεώργιος Παπαδόπουλος υπό τις διαταγές του Κουρκουλάκου, οργανώθηκαν τα διαβόητα Τάγματα Ασφαλείας². Τάγματα που δεν πολεμούσαν τον εχθρό, αλλά τους ίδιους τους Έλληνες, αγωνιστές της Αντίστασης, πολίτες, φοιτητές, ακόμη και παιδιά.


Οι κραυγές των βασανισμένων στα κρατητήρια της Ειδικής Ασφάλειας Πάτρας ήταν ο ήχος της “τάξης” που υπερασπίζονταν οι συνεργάτες των Γερμανών. Και ο Παπαδόπουλος ήταν ανάμεσά τους, ένας αξιωματικός που έμαθε από νωρίς πώς να υπηρετεί την εξουσία του φόβου³.


Όταν, το 1967, ο Παπαδόπουλος άρπαξε την εξουσία με τα όπλα, δεν έκανε τίποτα άλλο από το να συνεχίσει το έργο της υποτέλειας. Οι ίδιοι άνθρωποι, τα ίδια δίκτυα, η ίδια ιδεολογία του “εσωτερικού εχθρού” επανήλθαν με στολή και ύφος σωτήρα.


Μόλις δύο χρόνια μετά το πραξικόπημα, στις 13 Φεβρουαρίου 1969, ο δικτάτορας βράβευσε τον παλιό του διοικητή. Διόρισε τον υποστράτηγο Νικόλαο Κουρκουλάκο διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος (ΑΤΕ)⁴. Ο πρώην συνεργάτης των ναζί καθόταν πια σε κρατικό γραφείο, σύμβολο μιας Ελλάδας που είχε μάθει να συγχωρεί την προδοσία και να τιμά τη δουλικότητα.


Παράλληλα, η “εθνοσωτήριος επανάστασις” διέλυσε τη δημοκρατία, ανέστειλε το Σύνταγμα, φυλάκισε και βασάνισε χιλιάδες πολίτες, επέβαλε λογοκρισία και προπαγάνδα στον πολιτισμό, παρουσίασε μια ψεύτικη οικονομική “άνθηση” και απομόνωσε την Ελλάδα διεθνώς. Και το χειρότερο, με την αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο το 1967, άφησε ακάλυπτο το νησί και προετοίμασε το έδαφος για την τουρκική εισβολή του 1974⁵.


Θυμάμαι ξεκάθαρα εκείνη την ημέρα. Με τον φίλο μου τον Ανέστη, στο πλοίο από τον Βόλο για τη Σκιάθο, το ραδιόφωνο έπαιζε εμβατήρια. Για μια στιγμή νόμιζα πως έγινε νέο πραξικόπημα. Ύστερα ήρθε το έκτακτο δελτίο:

«Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, επιστρατεύονται όλοι οι άρρενες 18–60 ετών».

Η επιστράτευση εκείνη ήταν χαοτική, ανοργάνωτη, γεμάτη φόβο και σύγχυση. Αποκάλυπτε τη γύμνια του στρατού και την υποκρισία της χούντας που μιλούσε για “ισχυρή Ελλάδα”.


Όσοι σήμερα επιμένουν να μιλούν για τον Παπαδόπουλο ως “πατριώτη”, προσπαθούν να ξεπλύνουν το παρελθόν των δοσιλόγων και να διαγράψουν τη μνήμη των θυμάτων. Αλλά η ιστορία δεν ξαναγράφεται με ψέματα.


Η δημοκρατία, όμως, δεν μας χαρίστηκε. Γεννήθηκε από αίμα, από βασανιστήρια, από κελιά και από αντίσταση. Και όσο θυμόμαστε ποιοι υπηρέτησαν τον κατακτητή και ποιοι αντιστάθηκαν, τόσο θα παραμένει ζωντανή η αλήθεια απέναντι σε κάθε νέο μύθο που προσπαθεί να ντύσει την προδοσία με τα χρώματα της πατρίδας.


Πηγές


1. Mark Mazower, Στην Ελλάδα του Χίτλερ, εκδ. Αλεξάνδρεια, 1993.

2. Στ. Καλύβας – Ν. Μαραντζίδης, Εμφύλια Πάθη, εκδ. Μεταίχμιο, 2015.

3. Αρχείο ΕΛΙΑ – Εκθέσεις ΕΑΜ Πάτρας, 1943–44.

4. Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ΦΕΚ 49/13.2.1969 (διορισμός Ν. Κουρκουλάκου στην ΑΤΕ).

5. Θ. Βερέμης – Κ. Σβολόπουλος, Η Ελλάδα στη Μεταπολεμική Εποχή, ΜΙΕΤ, 1990.

16/4/26

Από το Βιετνάμ στον Τραμπ


 Η επικίνδυνη γοητεία της συλλογικής τιμωρίας


Όταν η πολιτική ρητορική υπόσχεται την «επιστροφή στη λίθινη εποχή», δεν ασκεί απλώς πίεση. Προετοιμάζει το έδαφος για την αποδοχή της ολοκληρωτικής καταστροφής.


Η φράση «να επιστρέψει ένας  λαός στη λίθινη εποχή» δεν είναι απλώς μια υπερβολή της στιγμής. Από τον Curtis LeMay στον πόλεμο του Βιετνάμ έως τις πρόσφατες δηλώσεις του Donald Trump για το Ιράν, η έκφραση αυτή λειτουργεί ως συμπύκνωση μιας βαθύτερης πολιτικής αντίληψης, ότι η ολοκληρωτική καταστροφή μπορεί να αποτελεί θεμιτό εργαλείο πίεσης. Η γλώσσα δεν είναι ουδέτερη. Όταν πολιτικοί ηγέτες μιλούν για τέτοιου είδους επιστροφές, εισάγουν μια λογική ολικής απογύμνωσης ενός λαού από τις υποδομές, την ιστορία και την πολιτισμική του συνέχεια.


Σε αυτό το σημείο, η ιστορική μνήμη είναι αναγκαία. Στο καθεστώς του Adolf Hitler, η έννοια της «συλλογικής ευθύνης» χρησιμοποιήθηκε συστηματικά για να δικαιολογήσει μαζικά αντίποινα. Με βάση αυτήν εκτελούνταν ως «απάντηση» σε πράξεις αντίστασης ολόκληρες κοινότητες και στοχοποιούνταν συλλήβδην Εβραίοι, Ρωμά και ομοφυλόφιλοι, όχι για τις πράξεις τους, αλλά για την ίδια τους την ύπαρξη. *


Το πρόβλημα με τη στάση του Donald Trump δεν είναι μόνο ηθικό, αλλά και λειτουργικό. Η διπλωματία προϋποθέτει συνεχή βήματα αποκλιμάκωσης. Όταν όμως η ρητορική εκκινεί από το απόλυτο και την πλήρη καταστροφή, τότε στερεί από τον ίδιο τον ηγέτη τα ενδιάμεσα εργαλεία. Μια τέτοια στάση δεν ενισχύει την ισχύ, αλλά αντίθετα την εντάσσει στην κλιμάκωση.


Σε έναν κόσμο με όπλα μαζικής καταστροφής, η ηγεσία κρίνεται από το πόσο συνειδητά περιορίζει την ισχύ της. Η επίκληση της «λίθινης εποχής» είναι ένδειξη μιας πολιτικής φαντασίωσης που αδυνατεί να σκεφτεί πέρα από τον όλεθρο. Η ιστορία έχει αποδείξει πως πριν από κάθε μεγάλη καταστροφή, προηγείτο πάντα μια περίοδος όπου η γλώσσα και οι σκέψεις μας είχαν ήδη συνηθίσει στην ιδέα της.


————


*Σημείωση: Η σύγχρονη ρητορική δεν ταυτίζεται βέβαια με τα εγκλήματα του ναζισμού. Αναπαράγει όμως την ίδια επικίνδυνη απλοποίηση, ότι οι κοινωνίες είναι ενιαία, τιμωρήσιμα σώματα.

4/3/26

Το Ηθικό και Στρατηγικό Σύνορο: Από την Εξόντωση στη Συνύπαρξη


Μέση Ανατολή: Όταν ο Πόλεμος Γίνεται «Εξόντωση», η Λύση Χάνεται

​Η πρόσφατη κλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ Ισραήλ, ΗΠΑ και Ιράν φέρνει στην επιφάνεια μια τρομακτική αλλαγή στο σκηνικό: η πολιτική αντιπαράθεση δίνει τη θέση της σε μια τυφλή, υπαρξιακή αναμέτρηση. Πλέον, το ζητούμενο δεν είναι απλώς η νίκη, αλλά η εξαφάνιση του αντιπάλου.

​Όταν όμως ο στόχος γίνεται η «ολική εξάλειψη» του άλλου, το παιχνίδι χάνεται για όλους. Η άρνηση του δικαιώματος του εχθρού να υπάρχει, όχι μόνο δεν φέρνει ασφάλεια, αλλά γκρεμίζει κάθε γέφυρα για το μέλλον.

​Η Παγίδα του Φανατισμού και ο Ρόλος της Τεχεράνης

​Δεν μπορεί να υπάρξει ρεαλιστική ανάλυση αν δεν ονομάσουμε το πρόβλημα στην πηγή του: τον ισλαμοφασισμό του ιρανικού καθεστώτος. Οι Μουλάδες στην Τεχεράνη καταπιέζουν τον ίδιο τους τον λαό και χρησιμοποιούν το μίσος κατά του Ισραήλ ως «κόλλα» για να κρατηθούν στην εξουσία. Αυτή η ιδεολογία της καταστροφής είναι η κύρια αιτία της αστάθειας στην περιοχή.

Απέναντι σε αυτή την απειλή, η αυτοάμυνα είναι καθήκον. Όμως, η ισχύς πρέπει να έχει όρια. Όπως επισημαίνουν κορυφαίοι διεθνολόγοι, η άμυνα νομιμοποιείται μόνο όταν δεν μετατρέπεται σε αυθαιρεσία. Αν ο αμυνόμενος ξεπεράσει το μέτρο, κινδυνεύει να απομονωθεί διπλωματικά.

​Η Εσωτερική Μάχη στο Ισραήλ

​Η ειρήνη, όμως, απαιτεί δύο πλευρές. Για να βρεθεί διέξοδος, πρέπει και στο εσωτερικό του Ισραήλ να ηττηθούν οι ακραίες φωνές. Όσοι αρνούνται στους Παλαιστίνιους το δικαίωμα για ένα δικό τους κράτος, στην πραγματικότητα ναρκοθετούν την ίδια την ασφάλεια του Ισραήλ.

​Η αναγνώριση ενός κυρίαρχου Παλαιστινιακού κράτους δεν είναι «δώρο» ή υποχώρηση. Είναι η μόνη στρατηγική επιλογή που θα αφαιρέσει από το Ιράν και τους συμμάχους του τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν για να συντηρούν τον πόλεμο.

​Η Λύση των Δύο Κρατών: Μονόδρομος για την Επιβίωση

​Η αποδοχή δύο κυρίαρχων κρατών, του Ισραήλ και της Παλαιστίνης, είναι η μόνη λύση όπου όλοι κερδίζουν:

  • Για το Ισραήλ: Σημαίνει οριστική διεθνή αναγνώριση και ασφάλεια.
  • Για τους Παλαιστίνιους: Σημαίνει τέλος στην απόγνωση και απόκτηση δικής τους πατρίδας.
  • Για την περιοχή: Σημαίνει το τέλος της κυριαρχίας των εξτρεμιστών.

​Το Διακύβευμα

​Η μεγαλύτερη πρόκληση σήμερα είναι να πολεμήσεις τον φανατισμό χωρίς να γίνεις σαν αυτόν. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν είναι διαπραγματεύσιμη, ακόμα και μέσα στη φωτιά του πολέμου. Το μήνυμα πρέπει να είναι ξεκάθαρο: Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να εξαφανίσει τον άλλον από τον χάρτη.

__________

Βιβλιογραφικές Αναφορές

Jürgen Habermas, Die Einbeziehung des Anderen.

Εμμανουήλ Ρούκουνας, Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο.

Stiftung Wissenschaft und Politik (SWP)Der Nahostkonflikt: Strategien für μια Zwei-Staaten-Lösung (Berliner Forschungspapiere).

27/2/26

Το "ανέκδοτο" του καφενείου και η σιωπηλή απειλή της απαξίωσης

Σε ένα τυπικό ελληνικό καφενείο, εκεί όπου η πρωινή ιεροτελεστία του καφέ συνοδεύεται παραδοσιακά από την «ανατομία» της επικαιρότητας, ακούστηκε πρόσφατα ένα ιδιότυπο πολιτικό ανέκδοτο: «Αν βουλιάξει ένα καράβι γεμάτο πολιτικούς, ποιος θα σωθεί;». Μετά από μια σύντομη παρέλαση ονομάτων από όλο το πολιτικό φάσμα, η απάντηση δόθηκε με αφοπλιστική κυνικότητα: «Θα σωθεί η Ελλάδα».

Τα γέλια και τα συγκαταβατικά νεύματα των θαμώνων δεν ήταν απλώς μια στιγμή εκτόνωσης. Ήταν η συμπυκνωμένη αποτύπωση μιας επικίνδυνης πολιτικής θέσης: της πεποίθησης ότι το πρόβλημα της χώρας είναι δομικά προσωποποιημένο και ότι η εθνική σωτηρία προϋποθέτει την πλήρη εξαφάνιση του πολιτικού προσωπικού.


Η Ιστορική Παγίδα της Ισοπέδωσης


Αυτή η γενικευμένη καταδίκη, το γνωστό «να φύγουν όλοι», δεν είναι ένα καινοφανές φαινόμενο. Είναι οι τριακόσιες κρεμάλες στη Βουλή που αύξαναν τα ποσοστά της εγκληματικής Οργάνωσης της «Χρυσής Αυγής». Είναι το «λίπασμα» πάνω στο οποίο ιστορικά οικοδομήθηκαν τα πιο αυταρχικά καθεστώτα. Η ιστορική μνήμη μάς υπενθυμίζει πως η ισοπεδωτική απαξίωση των θεσμών στη Γερμανία του Μεσοπολέμου άνοιξε την κερκόπορτα στον εθνικοσοσιαλισμό, ενώ στην Ιταλία, ο Μουσολίνι εργαλειοποίησε την οργή κατά του «διεφθαρμένου κοινοβουλευτισμού» με καταστροφικές συνέπειες.


Η ρητορική παραμένει ανατριχιαστικά όμοια: «Όλοι ίδιοι είναι», «χρειάζεται ένας να καθαρίσει τον τόπο». Το αποτέλεσμα, ωστόσο, δεν ήταν ποτέ η κάθαρση, αλλά η κατάλυση της ίδιας της Δημοκρατίας και η αντικατάσταση της πολιτικής αντιπαράθεσης από τον απόλυτο σκοταδισμό.


Το Καφενείο ως Πολιτικό Βαρόμετρο


Παρά την κυνικότητά της, η συζήτηση του καφενείου δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αφ’ υψηλού από την πολιτική ελίτ. Αποτελεί το πιο ειλικρινές κοινωνικό βαρόμετρο. Εκεί καταγράφεται η διευρυνόμενη απόσταση ανάμεσα στα κέντρα λήψης αποφάσεων και τη σκληρή καθημερινότητα του πολίτη.


Οι πολιτικοί, εγκλωβισμένοι συχνά σε ένα αποστειρωμένο θεσμικό περιβάλλον, τείνουν να χάνουν τον σφυγμό της κοινωνίας. Η απώλεια αυτής της επαφής δημιουργεί ένα πολιτικό κενό, το οποίο σπεύδουν να καλύψουν οι πιο ακραίες και λαϊκιστικές φωνές, προσφέροντας απλοϊκές λύσεις σε σύνθετα προβλήματα.


Η Επιστροφή στην Ουσιαστική Πολιτική


Δεν είναι τυχαίο ότι στο παρελθόν, πολιτικοί ηγέτες με έντονο κοινωνικό αισθητήριο, όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου, φρόντιζαν να διατηρούν ανοιχτούς διαύλους με τα «λαϊκά στέκια». Ο στόχος δεν ήταν η άκριτη υιοθέτηση της οργής, αλλά η βαθιά κατανόηση των αιτιών της.


Η Δημοκρατία μας δεν κινδυνεύει από την αυστηρή, ακόμη και την άδικη κριτική. Κινδυνεύει από την παραίτηση, την αδιαφορία και την καθολική περιφρόνηση. Η λύση στις παθογένειες του συστήματος δεν είναι να «βουλιάξει το καράβι», αλλά να αναβαθμιστεί η ποιότητα της κυβέρνησής του με πυξίδα την κοινωνική ενσυναίσθηση και την αξιοκρατία.


Αν η πολιτική τάξη συνεχίσει να αγνοεί τους ψιθύρους —ή τα ανέκδοτα— του καφενείου, κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με μια κάλπη που δεν θα αστειεύεται. Γιατί όταν ο διάλογος τελειώνει στο καφενείο, η απόφαση της κάλπης είναι συχνά μη αναστρέψιμη.

6/2/26

Η μακροχρόνια εξουσία και η κρίση της εκπροσώπησης


Η υπόθεση του προέδρου της ΓΣΕΕ, ο οποίος ερευνάται για πιθανό παράνομο πλουτισμό μέσω κονδυλίων που προορίζονταν για προγράμματα της Συνομοσπονδίας, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ζήτημα που υπερβαίνει τη συγκεκριμένη περίπτωση. Ο κ. Παναγόπουλος ηγείται της ΓΣΕΕ επί σειρά δεκαετιών. Το κατά πόσο οι καταγγελίες αποτελούν προϊόν συκοφαντίας, πολιτικής μεθόδευσης ή πραγματικό αδίκημα, είναι ζήτημα που αφορά αποκλειστικά τη Δικαιοσύνη.


Ωστόσο, ανεξάρτητα από την ποινική έκβαση, η υπόθεση αναδεικνύει ένα βαθύτερο και διαχρονικό πρόβλημα, τη δυσλειτουργία των συνδικαλιστικών θεσμών στην Ελλάδα. Η μακροχρόνια παραμονή των ίδιων προσώπων σε ηγετικές θέσεις, χωρίς ουσιαστική ανανέωση, δημιουργεί συνθήκες θεσμικής αδράνειας, περιορισμένης λογοδοσίας και σταδιακής απομάκρυνσης από τη βάση των εργαζομένων.


Η στελεχιακή αγκύλωση, ακόμη και όταν δεν συνοδεύεται από ποινικές ή ηθικές σκιές, αλλοιώνει τη δημοκρατική φυσιογνωμία των οργανώσεων. Καλλιεργεί την αίσθηση κλειστών μηχανισμών εξουσίας, υπονομεύει την εμπιστοσύνη των μελών και τροφοδοτεί τη γενικευμένη απαξίωση της συλλογικής δράσης. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι ατομικό, είναι δομικό.


Το φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται σε ένα πρόσωπο ή έναν φορέα. Αφορά ένα ευρύτερο μοντέλο άσκησης εξουσίας που διαπερνά κόμματα, συνδικάτα και θεσμούς, όπου η ισόβια παραμονή στην ηγεσία λογίζεται ως κανονικότητα. Η απουσία εναλλαγής και η έλλειψη εσωτερικής δημοκρατίας διαρρηγνύουν τη σχέση εκπροσώπησης, οδηγώντας τελικά στην απονομιμοποίηση των ίδιων των οργάνων.


Χωρίς εναλλαγή και λογοδοσία, οι θεσμοί παύουν να εκπροσωπούν την κοινωνία. Απλώς αναπαράγουν τον εαυτό τους.




30/1/26

Από τον Θουκυδίδη στο Νταβός: Η επιστροφή της ισχύος και το τέλος των αυταπατών

Η πρόσφατη ομιλία του Καναδού Πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ στο Νταβός δεν ήταν απλώς μια διπλωματική τοποθέτηση. Ήταν ένα πολιτικοφιλοσοφικό μανιφέστο που συνέτριψε τα τελευταία είδωλα της μεταπολεμικής δυτικής ηγεμονίας. Το μήνυμα ήταν σαφές. Ο κόσμος που νομίζαμε ότι ζούσαμε, ένας κόσμος βασισμένος σε κανόνες, θεσμούς και την αυτορρυθμιζόμενη αγορά έχει ήδη πεθάνει. Βρισκόμαστε στην εποχή της ρήξης, όχι της ομαλής μετάβασης.

Η Θουκυδίδεια Επιστροφή: Όταν η Ηθική συναντά την Πραγματικότητα


Η πιο σημαντική στιγμή της ομιλίας ήταν η επίκληση στον Θουκυδίδη και στην αιώνια αλήθεια του, «οι ισχυροί πράττουν ό,τι τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι αδύναμοι υφίστανται ό,τι τους επιβάλλεται».

Αυτή η αναφορά δεν ήταν ακαδημαϊκό διακοσμητικό στοιχείο. Ήταν μια ρήξη με τον δυτικό ιδεαλισμό των τελευταίων δεκαετιών. Αποτελεί την υπενθύμιση ότι, τελικά, οι διεθνείς σχέσεις δεν οργανώνονται από συνθήκες, αλλά από συσχετισμούς δύναμης. Οι κανόνες υπάρχουν, αλλά ισχύουν μόνο εφόσον εξυπηρετούν ή τουλάχιστον δεν απειλούν τα συμφέροντα εκείνων που έχουν την ισχύ να τους επιβάλουν. Με αυτό, ο Κάρνεϊ παραδέχτηκε δημόσια ότι η ηθική γλώσσα, χωρίς την υλική ισχύ να την υποστηρίξει, είναι συχνά ένας κενός θρήνος.


Το Τέλος της «Ουδέτερης» Οικονομίας και το Μάθημα από τις ΗΠΑ


Η ομιλία κατέρριψε επίσης έναν δεύτερο ισχυρό μύθο, ότι η παγκόσμια οικονομία είναι ένα ουδέτερο πεδίο συνεργασίας. Αντίθετα, τα πάντα έχουν εργαλειοποιηθεί, οι αλυσίδες εφοδιασμού, οι ενεργειακές ροές, τα χρηματοπιστωτικά δίκτυα.

Ο Κάρνεϊ υπήρξε ιδιαίτερα αποκαλυπτικός αναφερόμενος στις πρόσφατες εμπορικές τριβές με τις ΗΠΑ. Η πίεση που δέχτηκε ο Καναδάς σε κρίσιμους τομείς της βιομηχανίας του κατέστησε σαφές ότι ακόμη και οι πιο στενές συμμαχίες δεν είναι απρόσβλητες από την πολιτική της ισχύος. Το εμπόριο δεν είναι πλέον μόνο εμπόριο, αλλά μέσο πίεσης και γεωπολιτικής μάχης.

Αυτή η παραδοχή δικαιολογεί μια νέα στρατηγική, την επιστροφή της κρατικής παρέμβασης και της στρατηγικής βιομηχανικής πολιτικής. Το μήνυμα είναι σαφές, η «αόρατος χείρ» της αγοράς δεν θα μας σώσει. Η εθνική ασφάλεια και η οικονομική ανεξαρτησία είναι πλέον δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος.


«Αν δεν είσαι στο τραπέζι, είσαι στο μενού»


Αυτή η λακωνική φράση αποτελεί τη σύγχρονη μετάφραση της θουκυδίδειας σοφίας. Στον νέο αυτόν κόσμο, η «ουδετερότητα» είναι μια ψευδαίσθηση. Χώρες που δεν παίρνουν ενεργά θέση και δεν συμμετέχουν στη διαμόρφωση των κανόνων, γίνονται αντικείμενα των αποφάσεων άλλων. Γίνονται, κυριολεκτικά, το «μενού».

Το μήνυμα απευθύνεται ιδιαίτερα στις λεγόμενες «μεσαίες δυνάμεις». Δεν αρκεί πλέον να είσαι ένας προβλέψιμος σύμμαχος. Απαιτείται ενεργητική στρατηγική και επιλογή συμμαχιών με βάση τα πραγματικά συμφέροντα, όχι απλώς τις κοινές διακηρύξεις.


Στρατηγική Αυτονομία: Το Νέο Πρωταρχικό Αγαθό


Η στρατηγική αυτονομία που περιέγραψε ο Καναδός Πρωθυπουργός δεν σχετίζεται με τον απομονωτισμό, αλλά με την ίδια την ικανότητα επιβίωσης. Ένα κράτος που εξαρτάται από τρίτους για την ενέργεια, την τροφή (επισιτιστική ασφάλεια) ή τις κρίσιμες τεχνολογίες, είναι ένα κράτος με περιορισμένη κυριαρχία.

Η θουκυδίδεια λογική αποκτά σύγχρονη μορφή. Η ισχύς του 21ου αιώνα είναι πολυδιάστατη. Δεν μετριέται μόνο με όπλα, αλλά με την ενεργειακή, βιομηχανική και τεχνολογική ανεξαρτησία.


Μήνυμα για την Ελλάδα


Για την Ελλάδα, αυτή η ανάλυση αποτελεί καθρέφτισμα της καθημερινότητάς μας. Η Ανατολική Μεσόγειος είναι το τέλειο παράδειγμα ενός χώρου όπου το Διεθνές Δίκαιο συμβιβάζεται καθημερινά με την ωμή ισχύ.

Όποιος πιστεύει ότι οι κανόνες, από μόνοι τους, θα μας προστατεύσουν, αγνοεί τη φύση του διεθνούς συστήματος. Η στρατηγική αυτονομία και η ενίσχυση της παραγωγικής μας βάσης είναι προϋποθέσεις ώστε να μην βρεθούμε εμείς, τελικά, στο «μενού».


Το Τέλος των Αυταπατών


Η αξία της ομιλίας του Κάρνεϊ ήταν στη μετατόπιση της νοοτροπίας. Η παραδοχή ότι η παλιά τάξη δεν θα επιστρέψει είναι οδυνηρή αλλά απελευθερωτική. Μας επιτρέπει να σχεδιάσουμε για τον πραγματικό κόσμο, όχι για εκείνον που θα ευχόμασταν να υπήρχε. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν αυτός ο κόσμος μας αρέσει, αλλά ποιοι θα τον κατανοήσουν εγκαίρως και θα ενεργήσουν αναλόγως.

—————

*Αφορμή για το παρόν άρθρο αποτέλεσε η ομιλία του Καναδού Πρωθυπουργού στην 56η Ετήσια Σύνοδο του WEF, στις 20/01/2026, στο Νταβός.

** “Principled and pragmatic: Canada’s path” – Ομιλία του Πρωθυπουργού Καναδά στο WEF



21/1/26

Η Καμπή της Καρυστιανού: Γιατί η θέση για την άμβλωση άλλαξε το παιχνίδι

Μια κοινωνία που αμφισβητεί τα κεκτημένα, διολισθαίνει αναπόφευκτα στην οπισθοδρόμηση.


Η κριτική που ακολούθησε τις πρόσφατες δηλώσεις της κ. Καρυστιανού δεν ήταν προϊόν πολιτικής εμπάθειας, αλλά απόρροια του ίδιου του περιεχομένου τους. Η προσπάθεια ανασκευής, άλλωστε, δεν βασίστηκε στην αναγνώριση μιας αστοχίας, αλλά στην προσφιλή τακτική της «διαστρέβλωσης». Μετατοπίζοντας την ευθύνη στους δημοσιογράφους και σε μια «φοβισμένη» ελίτ, η ίδια κατέφυγε σε μια δοκιμασμένη συνταγή του συστήματος που υποτίθεται ότι αντιμάχεται.


Η κ. Καρυστιανού εισήλθε στον δημόσιο χώρο ως σύμβολο του αιτήματος για δικαιοσύνη. Όσο ο λόγος της παρέμενε στο πεδίο της ηθικής αγανάκτησης, κατάφερνε να συσπειρώνει ετερόκλητα ακροατήρια. Εκεί βρισκόταν η ισχύς της.


Ωστόσο, οι διαψεύσεις περί πολιτικής καθόδου προσέκρουαν στην πραγματικότητα. Η συστηματική παρέμβασή της σε κάθε πολιτικό ζήτημα, οι γενικεύσεις και οι απόλυτες κρίσεις, δεν παρέπεμπαν σε μια μονοθεματική διεκδίκηση, αλλά σε μια πολιτική φιλοδοξία χωρίς σαφές ιδεολογικό στίγμα.


Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι η ίδια η πολιτική εμπλοκή, αλλά η αποκάλυψη ενός κενού περιεχομένου τη στιγμή που ο λόγος της έγινε συγκεκριμένος.

Η θέση ότι το αναφαίρετο δικαίωμα των γυναικών στην άμβλωση μπορεί να τεθεί σε «διαβούλευση» δεν αποτελεί αφέλεια. Είναι καθαρή πολιτική τοποθέτηση. Ευθυγραμμίζεται πλήρως με τον διεθνή συντηρητικό λόγο που επιχειρεί να μετατρέψει τις καθολικές κατακτήσεις σε αντικείμενο πλειοψηφικής διαπραγμάτευσης.


Τα δικαιώματα δεν αναστέλλονται στο όνομα μιας αφηρημένης «ηθικής». Όταν αυτό συμβαίνει, δεν μιλάμε για πλουραλισμό, αλλά για οπισθοδρόμηση. Και όταν η οπισθοδρόμηση βαφτίζεται «ουδετερότητα», τότε πρόκειται για πολιτική εξαπάτηση.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο λόγος της κ. Καρυστιανού την κατατάσσει αντικειμενικά σε ένα συντηρητικό και εντέλει ακροδεξιό μοτίβο, αμφισβήτηση καθολικών κεκτημένων και επίκληση της πλειοψηφικής ηθικής.


Όσο μιλά συγκεκριμένα, τόσο το έρεισμά της εξασθενεί. Ο προοδευτικός χώρος απομακρύνεται, καθώς γι’ αυτόν η δικαιοσύνη είναι αδιανόητη χωρίς αυτοδιάθεση. Τα δε συντηρητικά στρώματα σπάνια αναζητούν νέους εκφραστές όταν υπάρχουν οι παραδοσιακοί φορείς.


Χωρίς πολιτική επάρκεια και κοινωνικές συμμαχίες, η πολιτική απογύμνωση είναι προδιαγεγραμμένη. Μια πορεία που ξεκίνησε με σημαία τη δικαιοσύνη, κινδυνεύει πλέον να την μετατρέψει σε απλό πρόσχημα.


Στην πολιτική αρένα, όπου ο λόγος έχει ήδη δοκιμαστεί, ο ανταγωνισμός δεν συγχωρεί επικαλύψεις. Όταν οι ίδιες θέσεις εκφέρονται από διαφορετικά πρόσωπα, η σύγκρουση παύει να είναι ζήτημα ιδεών και γίνεται ζήτημα επιβίωσης. 

Ο δρόμος είναι μακρύς και το παιχνίδι σκληρό.